ΑΡΦΑΡΑ-ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

ΑΡΦΑΡΑ-ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

-ΚΑΙΝΗ ΘΙΑΘΙΚΗ -

~~** ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ :

~~ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Κεφάλαιον Α΄
Στίχοι. 1-8 Ο πρόδρομος Ιωάννης
Μρ Α-1. Αρχή του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιού του Θεού.
Μρ Α-2. Ως γέγραπται εν τοις προφήταις, ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου προ προσώπου σου, oς κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου.
Μρ Α-3. φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού,
Μρ Α-4. εγένετο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών.
Μρ Α-5. και εξεπορεύετο προς αυτόν πάσα η Ιουδαία χώρα και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ’ αυτού εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών.
Μρ Α-6. ην δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον,
Μρ Α-7. και εκήρυσσε λέγων. έρχεται ο ισχυρότερος μου οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού.
Μρ Α-8. εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός δε βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω.
Στίχοι 9-11. Η Βάπτισις του Ιησού.
Μρ Α-9. Και εγένετο εν εκείναις ταις ημέραις ήλθεν ο Ιησούς από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην.
Μρ Α-10. και ευθέως αναβαίνων από του ύδατος είδε σχιζομένους τους ουρανούς και το Πνεύμα ως περιστεράν καταβαίνον επ' αυτόν.
Μρ Α-11. και φωνή εγένετο εκ των ουρανών. συ ει ο υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ηυδόκησα.
Στίχοι 12-13. Οι πειρασμοί εις την έρημον.
Μρ Α-12. Και ευθέως το Πνεύμα αυτόν εκβάλλει εις την έρημον.
Μρ Α-13. και ην εκεί εν τη ερήμω ημέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος υπό του σατανά, και ην μετά των θηρίων, και οι άγγελοι διηκόνουν αυτώ.
Στίχοι 14-20. Οι πρώτοι μαθηταί.
Μρ Α-14. Μετά δε το παραδοθήναι Ιωάννην ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού
Μρ Α-15. και λέγων ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του Θεού. μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω.
Μρ Α-16. Περιπατών δε παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε Σίμωνα και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού του Σίμωνος, βάλλοντας αμφίβληστρον εν τη θαλάσση ήσαν γαρ αλιείς.
Μρ Α-17. και είπεν αυτοίς ο Ιησούς. δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς γενέσθαι αλιείς ανθρώπων.
Μρ Α-18. και ευθέως αφέντες τα δίκτυα αυτών ηκολούθησαν αυτώ.
Μρ Α-19. Και προβάς εκείθεν ολίγον είδεν Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, και αυτούς εν τω πλοίω καταρτίζοντας τα δίκτυα,
Μρ Α-20. και ευθέως εκάλεσεν αυτούς, και αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον οπίσω αυτού.
Στίχοι 21-39. Θεραπεία του δαιμονιζομένου εις την Καπερναούμ, της πενθεράς του Πέτρου και άλλων.
Μρ Α-21. Και εισπορεύονται εις Καπερναούμ. και ευθέως τοις σάββασιν εισελθών εις την συναγωγήν εδίδασκε.
Μρ Α-22. και εξεπλήσσοντο επί τη διδαχή αυτού. ην γαρ διδάσκων αυτούς ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς.
Μρ Α-23. Και ην εν τη συναγωγή αυτών άνθρωπος εν πνεύματι ακαθάρτω, και ανέκραξε
Μρ Α-24. Λέγων. έα, τι ημίν και σοι, Ιησού Ναζαρηνέ; ήλθες απολέσαι ημάς; οίδα σε τις ει, ο άγιος του Θεού.
Μρ Α-25. και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς λέγων. φιμώθητι και έξελθε εξ αυτού.
Μρ Α-26. και σπαράξαν αυτόν το πνεύμα το ακάθαρτον και κράξαν φωνή μεγάλη εξήλθεν εξ αυτού.
Μρ Α-27. και εθαμβήθησαν πάντες, ώστε συζητείν πρός εαυτούς λέγοντας. τι έστι τούτο; τις η διδαχή η καινή αύτη, ότι κατ’ εξουσίαν και τοις πνεύμασι τοις ακαθάρτοις επιτάσσει, και υπακούουσιν αυτώ;
Μρ Α-28. και εξήλθεν η ακοή αυτού ευθύς εις όλην την περίχωρον της Γαλιλαίας.
Μρ Α-29. Και ευθέως εκ της συναγωγής εξελθόντες ήλθον εις την οικίαν Σίμωνος και Ανδρέου μετά Ιακώβου και Ιωάννου.
Μρ Α-30. η δε πενθερά του Σίμωνος κατέκειτο πυρέσσουσα. και ευθέως λέγουσιν αυτώ περί αυτής.
Μρ Α-31. και προσελθών ήγειρεν αυτήν κρατήσας της χειρός αυτής, και αφήκεν αυτήν ο πυρετός ευθέως, και διηκόνει αυτοίς.
Μρ Α-32. Οψίας δε γενομένης, ότε έδυ ο ήλιος, έφεραν πρός αυτόν πάντας τους κακώς έχοντας και τους δαιμονιζομένους.
Μρ Α-33. και ην η πόλις όλη επισυνηγμένη πρός την θύραν.
Μρ Α-34. και εθεράπευσε πολλούς κακώς έχοντας ποικίλαις νόσοις, και δαιμόνια πολλά εξέβαλε, και ουκ ήφιε λαλείν τα δαιμόνια ότι ήδεισαν αυτόν Χριστόν είναι.
Μρ Α-35. Και πρωΐ έννυχα λίαν αναστάς εξήλθε και απήλθεν εις έρημον τόπον, κακεί προσηύχετο.
Μρ Α-36. και κατεδίωξαν αυτόν ο Σίμων και οι μετ’ αυτού,
Μρ Α-37. και ευρόντες αυτόν λέγουσιν αυτώ ότι πάντες σε ζητούσι.
Μρ Α-38. και λέγει αυτοίς. άγωμεν εις τας εχομένας κωμοπόλεις, ίνα και εκεί κηρύξω εις τούτο γαρ εξελήλυθα.
Μρ Α-39. και ην κηρύσσων εν ταις συναγωγαίς αυτών εις όλην την Γαλιλαίαν και τα δαιμόνια εκβάλλων.
Στίχοι 40-45. Θεραπεία του λεπρού.
Μρ Α-40. Και έρχεται πρός αυτόν λεπρός παρακαλών αυτόν και γονυπετών αυτόν και λέγων αυτώ ότι εάν θέλης, δύνασαι με καθαρίσαι.
Μρ Α-41. ο δε Ιησούς σπλαγχνισθείς, εκτείνας την χείρα ήψατο αυτού και λέγει αυτώ. θέλω, καθαρίσθητι.
Μρ Α-42. και ειπόντος αυτού ευθέως απήλθεν απ’ αυτού η λέπρα και εκαθαρίσθη.
Μρ Α-43. και εμβριμησάμενος αυτώ ευθέως εξέβαλεν αυτόν και λέγει αυτώ.
Μρ Α-44. όρα μηδενί μηδέν είπης, αλλ’ ύπαγε σεαυτόν δείξον τω ιερεί και προσένεγκε περί του καθαρισμού σου α προσέταξε Μωϋσής εις μαρτύριον αυτοίς.
Μρ Α-45. ο δε εξελθών ήρξατο κηρύσσειν πολλά και διαφημίζειν τον λόγον, ώστε μηκέτι αυτόν δύνασθαι φανερώς εις πόλιν εισελθείν, αλλ’ έξω εν ερήμοις τόποις ην. και ήρχοντο πρός αυτόν πανταχόθεν.
Κεφάλαιον Β΄
Στίχοι 1-12. Θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ.
Μρ Β-1. Και εισήλθε πάλιν εις Καπερναούμ δι’ ημερών και ηκούσθη ότι εις οίκον εστί.
Μρ Β-2. και ευθέως συνήχθησαν πολλοί, ώστε μηκέτι χωρείν μηδέ τα πρός την θύραν. και ελάλει αυτοίς τον λόγον.
Μρ Β-3. και έρχονται πρός αυτόν παραλυτικόν φέροντες, αιρόμενον υπό τεσσάρων.
Μρ Β-4. και μη δυνάμενοι προσεγγίσαι αυτώ δια τον όχλον, απεστέγασαν την στέγην όπου ην, και εξορύξαντες χαλώσι τον κράβαττον εφ’ ω ο παραλυτικός κατέκειτο.
Μρ Β-5. ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τω παραλυτικώ. τέκνον, αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου.
Μρ Β-6. ήσαν δε τινές των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών
Μρ Β-7. τι ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός;
Μρ Β-8. και ευθέως επιγνούς ο Ιησούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς. τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;
Μρ Β-9. τι έστιν ευκοπώτερον, ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνται σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και άρον τον κράβαττον σου και περιπάτει;
Μρ Β-10. ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας -- λέγει τω παραλυτικώ.
Μρ Β-11. σοι λέγω έγειρε και άρον τον κράβαττον σου και ύπαγε εις τον οίκον σου.
Μρ Β-12. και ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θεόν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν.
Στίχοι 13-17. Ο Ματθαίος μαθητής του Χριστού.
Μρ Β-13. Και εξήλθε πάλιν παρά την θάλασσαν. και πας ο όχλος ήρχετο πρός αυτόν, και εδίδασκεν αυτούς.
Μρ Β-14. Και παράγων είδε Λευΐν τον του Αλφαίου, καθήμενον επί το τελώνιον, και λέγει αυτώ. ακολούθει μοι. και αναστάς ηκολούθησεν αυτώ.
Μρ Β-15. και εγένετο εν τω κατακείσθαι αυτόν εν τη οικία αυτού, και πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού. ήσαν γαρ πολλοί, και ηκολούθησαν αυτώ.
Μρ Β-16. και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι ιδόντες αυτόν εσθίοντα μετά των τελωνών και αμαρτωλών έλεγον τοις μαθηταίς αυτού. τι ότι μετά των τελωνών και αμαρτωλών εσθίει και πίνει;
Μρ Β-17. και ακούσας ο Ιησούς λέγει αυτοίς. ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες γιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες. ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.
Στίχοι 18-28. Η νηστεία και η αργία του Σαββάτου.
Μρ Β-18. Και ήσαν οι μαθηταί Ιωάννου και οι των Φαρισαίων νηστεύοντες. και έρχονται και λέγουσιν αυτώ. διατί οι μαθηταί Ιωάννου και οι των Φαρισαίων νηστεύουσιν, οι δε σοι μαθηταί ου νηστεύουσι;
Μρ Β-19. και είπεν αυτοίς ο Ιησούς. μη δύνανται οι υιοί του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών έστι, νηστεύειν; όσον χρόνον μεθ’ εαυτών έχουσι τον νυμφίον, ου δύνανται νηστεύειν.
Μρ Β-20. ελεύσονται δε ημέραι όταν απαρθή απ’ αυτών ο νυμφίος, και τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις.
Μρ Β-21. ουδείς επίβλημα ράκους αγνάφου επιρράπτει επί ιματίω παλαιώ. ει δε μήγε, αίρει το πλήρωμα αυτού, το καινόν του παλαιού, και χείρον σχίσμα γίνεται.
Μρ Β-22. και ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς. ει δε μη, ρήσσει ο οίνος ο νέος τους ασκούς, και ο οίνος εκχείται και οι ασκοί απολούνται. αλλά οίνον νέον εις ασκούς καινούς βλητέον.
Μρ Β-23. Και εγένετο παραπορεύεσθαι αυτόν εν τοις σάββασι δια των σπορίμων, και ήρξαντο οι μαθηταί αυτού οδόν ποιείν τίλλοντες τους στάχυας.
Μρ Β-24. και οι Φαρισαίοι έλεγον αυτώ. ίδε τι ποιούσιν εν τοις σάββασιν ο ουκ έξεστι.
Μρ Β-25. καί αυτός έλεγεν αυτοίς. ουδέποτε ανέγνωτε τι εποίησε Δαυΐδ ότε χρείαν έσχε και επείνασεν αυτός και οι μετ’ αυτού;
Μρ Β-26. πώς εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού επί Αβιάθαρ αρχιερέως και τους άρτους της προθέσεως έφαγεν, ους ουκ έξεστι φαγείν ει μη τοις ιερεύσι, και έδωκε και τοις συν αυτώ ούσι;
Μρ Β-27. και έλεγεν αυτοίς. το σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το σάββατον.
Μρ Β-28. ώστε κύριος εστίν ο υιός του ανθρώπου και του σαββάτου.
Κεφάλαιον Γ΄
Στίχοι 1-12. Θεραπείαι διαφόρων ασθενών.
Μρ Γ-1. Και εισήλθε πάλιν εις την συναγωγήν. και ην εκεί άνθρωπος εξηραμμένην έχων την χείρα.
Μρ Γ-2. και παρετήρουν αυτόν ει τοις σάββασι θεραπεύσει αυτόν, ίνα κατηγορήσωσιν αυτού.
Μρ Γ-3. και λέγει τω ανθρώπω τω εξηραμμένην έχοντι την χείρα. έγειρε εις το μέσον.
Μρ Γ-4. και λέγει αυτοίς. έξεστι τοις σάββασιν αγαθοποιήσαι ή κακοποιήσαι; ψυχήν σώσαι ή αποκτείναι; οι δε εσιώπων.
Μρ Γ-5. και περιβλεψάμενος αυτούς μετ’ οργής, συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών, λέγει τω ανθρώπω. έκτεινον την χείρα σου. και εξέτεινε, και αποκατεστάθη η χειρ αυτού υγιής ως η άλλη.
Μρ Γ-6. και εξελθόντες οι Φαρισαίοι ευθέως μετά των Ηρωδιανών συμβούλιον εποίουν κατ’ αυτού, όπως αυτόν απολέσωσι.
Μρ Γ-7. Και ο Ιησούς ανεχώρησε μετά των μαθητών αυτού πρός την θάλασσαν και πολύ πλήθος από της Γαλιλαίας ηκολούθησαν αυτώ,
Μρ Γ-8. και από της Ιουδαίας και από Ιεροσολύμων και από της Ιδουμαίας και πέραν του Ιορδάνου και οι περί Τύρον και Σιδώνα, πλήθος πολύ, ακούσαντες όσα εποίει, ήλθον πρός αυτόν,
Μρ Γ-9. και είπε τοις μαθηταίς αυτού ίνα πλοιάριον προσκαρτερή αυτώ δια τον όχλον, ίνα μη θλίβωσιν αυτόν.
Μρ Γ-10. πολλούς γαρ εθεράπευσεν, ώστε επιπίπτειν αυτώ ίνα αυτού άψωνται όσοι είχον μάστιγας.
Μρ Γ-11. και τα πνεύματα τα ακάθαρτα όταν αυτόν εθεώρουν, προσέπιπτον αυτώ και έκραζον λέγοντα ότι συ ει ο υιός του Θεού.
Μρ Γ-12. και πολλά επετίμα αυτοίς ίνα μη φανερόν αυτόν ποιήσωσι.
Στίχοι 13-19. Η οριστική εκλογή των δώδεκα Αποστόλων.
Μρ Γ-13. Και αναβαίνει εις το όρος και προσκαλείται ους ήθελεν αυτός, και απήλθον πρός αυτόν.
Μρ Γ-14. και εποίησε δώδεκα, ίνα ώσι μετ’ αυτού και ίνα αποστέλλη αυτούς κηρύσσειν
Μρ Γ-15. και έχειν εξουσίαν θεραπεύειν τας νόσους και εκβάλλειν τα δαιμόνια.
Μρ Γ-16. και επέθηκεν όνομα τω Σίμωνι Πέτρον,
Μρ Γ-17. και Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν του Ιακώβου, και επέθηκεν αυτοίς ονόματα Βοανεργές, ο εστιν υιοί βροντής.
Μρ Γ-18. και Ανδρέαν και Φίλιππον και Βαρθολομαίον και Ματθαίον και Θωμάν και Ιάκωβον τον του Αλφαίου και Θαδδαίον και Σίμωνα τον Κανανίτην.
Μρ Γ-19. και Ιούδα Ισκαριώτην, ος και παρέδωκεν αυτόν.
Στίχοι 20-30. Η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.
Μρ Γ-20. Και έρχονται εις οίκον. και συνέρχεται πάλιν όχλος, ώστε μη δύνασθαι αυτούς μηδέ άρτον φαγείν.
Μρ Γ-21. και ακούσαντες οι παρ’ αυτού εξήλθον κρατήσαι αυτόν. έλεγον γαρ ότι εξέστη.
Μρ Γ-22. και οι γραμματείς οι από Ιεροσολύμων καταβάντες έλεγον ότι Βεελζεβούλ έχει, και ότι εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
Μρ Γ-23. και προσκαλεσάμενος αυτούς εν παραβολαίς έλεγεν αυτοίς. πώς δύναται σατανάς σατανάν εκβάλλειν;
Μρ Γ-24. και εάν βασιλεία εφ’ εαυτήν μερισθή, ου δύναται σταθήναι η βασιλεία εκείνη.
Μρ Γ-25. και εάν οικία εφ’ εαυτήν μερισθή, ου δύναται σταθήναι η οικία εκείνη.
Μρ Γ-26. και ει ο σατανάς ανέστη εφ’ εαυτόν και μεμέρισται, ου δύναται σταθήναι, αλλά τέλος έχει.
Μρ Γ-27. ουδείς δύναται τα σκεύη του ισχυρού εισελθών εις την οικίαν αυτού διαρπάσαι, εάν μη πρώτον τον ισχυρόν δήση, και τότε την οικίαν αυτού διαρπάσει.
Μρ Γ-28. Αμήν λέγω υμίν ότι πάντα αφεθήσεται τοις υιοίς των ανθρώπων τα αμαρτήματα και αι βλασφημίαι όσας εάν βλασφημήσωσιν.
Μρ Γ-29. ος δ’ αν βλασφημήση εις το Πνεύμα το Άγιον, ουκ έχει άφεσιν εις τον αιώνα, αλλ' ένοχος εστί αιωνίου κρίσεως.
Μρ Γ-30. ότι έλεγον, πνεύμα ακάθαρτον έχει.
Στίχοι 31-35. Μήτηρ και αδελφοί του Κυρίου.
Μρ Γ-31. Έρχονται ουν η μήτηρ αυτού και οι αδελφοί αυτού, και έξω εστώτες απέστειλαν πρός αυτόν φωνούντες αυτόν.
Μρ Γ-32. και εκάθητο περί αυτόν όχλος. είπον δε αυτώ. ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου έξω ζητούσι σε.
Μρ Γ-33. και απεκρίθη αυτοίς λέγων. τις έστιν η μήτηρ μου ή οι αδελφοί μου;
Μρ Γ-34. και περιβλεψάμενος κύκλω τους περί αυτόν καθημένους λέγει. ίδε η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου.
Μρ Γ-35. ος γαρ αν ποιήση το θέλημα του Θεού, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ εστί.
Κεφάλαιον Δ΄
Στίχοι 1-25. Η παραβολή του σπορέως και γενικαί σκέψεις επί της παραβολής.
Μρ Δ-1. Και πάλιν ήρξατο διδάσκειν παρά την θάλασσαν. και συνήχθη πρός αυτόν όχλος πολύς, ώστε αυτόν εμβάντα εις το πλοίον καθήσθαι εν τη θαλάσση και πας ο όχλος προς την θάλασσαν επί της γης ήσαν.
Μρ Δ-2. και εδίδασκεν αυτούς εν παραβολαίς πολλά, και έλεγεν αυτοίς εν τη διδαχή αυτού.
Μρ Δ-3. ακούετε. ιδού εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι.
Μρ Δ-4. και εγένετο εν τω σπείρειν ο μεν έπεσεν επί την οδόν, και ήλθον τα πετεινά και κατέφαγεν αυτό.
Μρ Δ-5. και άλλο έπεσεν επί το πετρώδες, όπου ουκ είχε γην πολλήν, και ευθέως εξανέτειλε δια το μη έχειν βάθος γης,
Μρ Δ-6. ηλίου δε ανατείλαντος εκαυματίσθη, και δια το μη έχειν ρίζαν εξηράνθη.
Μρ Δ-7. και άλλο έπεσεν εις τας ακάνθας και ανέβησαν αι άκανθαι και συνέπνιξαν αυτό, και καρπόν ουκ έδωκε.
Μρ Δ-8. και άλλο έπεσεν εις την γην καλήν και εδίδου καρπόν αναβαίνοντα και αυξάνοντα, και έφερεν εν τριάκοντα εν εξήκοντα και εν εκατόν.
Μρ Δ-9. και έλεγεν αυτοίς. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.
Μρ Δ-10. Ότε δε εγένετο κατά μόνας, ηρώτησαν αυτόν οι περί αυτόν συν τοις δώδεκα την παραβολήν.
Μρ Δ-11. και έλεγεν αυτοίς. υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού. εκείνοις δε τοις έξω εν παραβολαίς τα πάντα γίνεται,
Μρ Δ-12. ίνα βλέποντες βλέπωσι και μη ίδωσι, και ακούοντες ακούωσι, και μη συνιώσι, μήποτε επιστρέψωσι και αφεθή αυτοίς τα αμαρτήματα.
Μρ Δ-13. και λέγει αυτοίς. ουκ οίδατε την παραβολήν ταύτην, και πως πάσας τας παραβολάς γνώσεσθε;
Μρ Δ-14. ο σπείρων τον λόγον σπείρει.
Μρ Δ-15. ούτοι δε είσιν οι παρά την οδόν όπου σπείρεται ο λόγος, και όταν ακούσωσιν, ευθύς έρχεται ο σατανάς και αίρει τον λόγον τον εσπαρμένον εν ταις καρδίαις αυτών.
Μρ Δ-16. και ούτοι ομοίως εισίν οι επί τα πετρώδη σπειρόμενοι, οι όταν ακούσωσι τον λόγον, ευθύς μετά χαράς λαμβάνουσιν αυτόν,
Μρ Δ-17. και ουκ έχουσι ρίζαν εν εαυτοίς, αλλά πρόσκαιροι εισίν. είτα γενομένης θλίψεως ή διωγμού δια τον λόγον, ευθύς σκανδαλίζονται.
Μρ Δ-18. και ούτοι εισίν οι εις τας ακάνθας σπειρόμενοι, οι τον λόγον ακούοντες,
Μρ Δ-19. και αι μέριμναι του αιώνος τούτου και η απάτη του πλούτου και αι περί τα λοιπά επιθυμίαι εισπορευόμεναι συμπνίγουσι τον λόγον, και άκαρπος γίνεται.
Μρ Δ-20. και ούτοι εισίν οι επί την γην την καλήν σπαρέντες, οίτινες ακούουσι τον λόγον και παραδέχονται, και καρποφορούσιν εν τριάκοντα και εν εξήκοντα και εν εκατόν.
Μρ Δ-21. Και έλεγεν αυτοίς. μήτι έρχεται ο λύχνος ίνα υπό τον μόδιον τεθή ή υπό την κλίνην; ουχ ίνα επί την λυχνίαν επιτεθή;
Μρ Δ-22. ου γαρ έστι κρυπτόν ο εάν μη φανερωθή, ουδέ εγένετο απόκρυφον αλλ’ ίνα έλθη εις φανερόν.
Μρ Δ-23. ει τις έχει ώτα ακούειν, ακουέτω.
Μρ Δ-24. Και έλεγεν αυτοίς. βλέπετε τι ακούετε. εν ω μέτρω μετρείτε, μετρηθήσεται υμίν, και προστεθήσεται υμίν τοις ακούουσιν.
Μρ Δ-25. ος γαρ αν έχη, δοθήσεται αυτώ. και ος ουκ έχει, και ο έχει αρθήσεται απ’ αυτού.
Στίχοι 26-34. Η παραβολή της αυξήσεως του σπόρου και του κόκκου του σινάπεως.
Μρ Δ-26. Και έλεγεν. ούτως εστίν η βασιλεία του Θεού, ως αν άνθρωπος βάλη τον σπόρον επί της γης,
Μρ Δ-27. και καθεύδη και εγείρηται νύκτα και ημέραν, και ο σπόρος βλαστάνη και μηκύνηται ως ουκ οίδεν αυτός.
Μρ Δ-28. αυτόματη γαρ η γη καρποφορεί. πρώτον χόρτον, είτα στάχυν, είτα πλήρη σίτον εν τω στάχυϊ.
Μρ Δ-29. όταν δε παραδώ ο καρπός, ευθέως αποστέλλει το δρέπανον, ότι παρέστηκεν ο θερισμός.
Μρ Δ-30. Και έλεγε. πώς ομοιώσωμεν την βασιλείαν του Θεού; ή εν τίνι παραβολή παραβάλωμεν αυτήν;
Μρ Δ-31. ώς κόκκον σινάπεως, ος όταν σπαρή επί της γης, μικρότερος πάντων των σπερμάτων εστί των επί της γης.
Μρ Δ-32. και όταν σπαρή, αναβαίνει και γίνεται μείζων πάντων των λαχάνων, και ποιεί κλάδους μεγάλους, ώστε δύνασθαι υπό την σκιάν αυτού τα πετεινά του ουρανού κατασκηνούν.
Μρ Δ-33. Και τοιαύταις παραβολαίς πολλαίς ελάλει αυτοίς τον λόγον, καθώς ηδύναντο ακούειν,
Μρ Δ-34. χωρίς δε παραβολής ουκ ελάλει αυτοίς τον λόγον. κατ’ ιδίαν δε τοις μαθηταίς αυτού επέλυε πάντα.
Στίχοι 35-41. Η κατασίγασις της τρικυμίας.
Μρ Δ-35. Και λέγει αυτοίς εν εκείνη τη ημέρα οψίας γενομένης. διέλθωμεν εις το πέραν.
Μρ Δ-36. και αφέντες τον όχλον παραλαμβάνουσιν αυτόν ως ην εν τω πλοίω. και άλλα δε πλοία ην μετ’ αυτού.
Μρ Δ-37. και γίνεται λαίλαψ ανέμου μεγάλη, τα δε κύματα επέβαλλεν εις το πλοίον, ώστε ήδη αυτό βυθίζεσθαι.
Μρ Δ-38. και ην αυτός επί τη πρύμνη επί το προσκεφάλαιον καθεύδων. και διεγείρουσιν αυτόν και λέγουσιν αυτώ. διδάσκαλε, ου μέλει σοι ότι απολλύμεθα;
Μρ Δ-39. και διεγερθείς επετίμησε τω ανέμω και είπε τη θαλάσση. σιώπα, πεφίμωσο. και εκόπασεν ο άνεμος, και εγένετο γαλήνη μεγάλη.
Μρ Δ-40. και είπεν αυτοίς. τι δειλοί έστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;
Μρ Δ-41. και εφοβήθησαν φόβον μέγαν και έλεγον πρός αλλήλους. τις άρα ούτος εστίν, ότι και ο άνεμος και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ;
Κεφάλαιον Ε΄.
Στίχοι 1-20. θεραπεία του δαιμονιζομένου των Γεργεσηνών.
Μρ Ε-1. Και ήλθον εις το πέραν της θαλάσσης εις την χώραν των Γεργεσηνών.
Μρ Ε-2. και εξελθόντος αυτού εκ του πλοίου ευθέως απήντησεν αυτώ εκ των μνημείων άνθρωπος εν πνεύματι ακαθάρτω,
Μρ Ε-3. ος την κατοίκησιν είχεν εν τοις μνήμασι, και ούτε αλύσεσιν ουδείς ηδύνατο αυτόν δήσαι,
Μρ Ε-4. δια το αυτόν πολλάκις πέδαις και αλύσεσι δεδέσθαι, και διεσπάσθαι υπ’ αυτού τας αλύσεις και τας πέδας συντετρίφθαι, και ουδείς ίσχυεν αυτόν δαμάσαι.
Μρ Ε-5. και δια παντός νυκτός και ημέρας εν τοις μνήμασι και εν τοις όρεσιν ην κράζων και κατακόπτων εαυτόν λίθοις.
Μρ Ε-6. ιδών δε τον Ιησούν από μακρόθεν έδραμε και προσεκύνησεν αυτόν,
Μρ Ε-7. και κράξας φωνή μεγάλη λέγει. τι εμοί και σοι, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; ορκίζω σε τον Θεόν, μη με βασανίσης.
Μρ Ε-8. έλεγε γαρ αυτώ. έξελθε το πνεύμα το ακάθαρτον εκ του ανθρώπου.
Μρ Ε-9. και επηρώτα αυτόν τι όνομα σοι; και απεκρίθη λέγων. λεγεών όνομα μοι, ότι πολλοί έσμεν.
Μρ Ε-10. και παρεκάλει αυτόν πολλά ίνα μη αποστείλη αυτούς έξω της χώρας.
Μρ Ε-11. ην δε εκεί αγέλη χοίρων μεγάλη βοσκομένη πρός τω όρει.
Μρ Ε-12. και παρεκάλεσαν αυτόν πάντες οι δαίμονες λέγοντες. πέμψον ημάς εις τους χοίρους, ίνα εις αυτούς εισέλθωμεν.
Μρ Ε-13. και επέτρεψεν αυτοίς ευθέως ο Ιησούς. και εξελθόντα τα πνεύματα τα ακάθαρτα εισήλθον εις τους χοίρους. και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την θάλασσαν. ήσαν δε ως δισχίλιοι. και επνίγοντο εν τη θαλάσση.
Μρ Ε-14. και οι βόσκοντες τους χοίρους έφυγον και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. και εξήλθον ιδείν τι έστι το γεγονός.
Μρ Ε-15. και έρχονται πρός τον Ιησούν, και θεωρούσι τον δαιμονιζόμενον καθήμενον και ιματισμένον και σωφρονούντα τον εσχηκότα τον λεγεώνα, και εφοβήθησαν.
Μρ Ε-16. και διηγήσαντο αυτοίς οι ιδόντες πώς εγένετο τω δαιμονιζομένω και περί των χοίρων.
Μρ Ε-17. και ήρξαντο παρακαλείν αυτόν απελθείν από των ορίων αυτών.
Μρ Ε-18. και εμβαίνοντος αυτού εις το πλοίον παρεκάλει αυτόν ο δαιμονισθείς ίνα μετ’ αυτού ή.
Μρ Ε-19. και ουκ αφήκεν αυτόν, αλλά λέγει αυτώ. ύπαγε εις τον οίκον σου πρός τους σους και ανάγγειλον αυτοίς όσα σοι ο Κύριος πεποίηκε και ηλέησε σε.
Μρ Ε-20. και απήλθε και ήρξατο κηρύσσειν εν τη Δεκαπόλει όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς, και πάντες εθαύμαζον.
Στίχοι 21-43. Θεραπεία της αιμορροούσης και ανάστασις της κόρης του Ιαείρου.
Μρ Ε-21. Και διαπεράσαντος του Ιησού εν τω πλοίω πάλιν εις το πέραν συνήχθη όχλος πολύς επ' αυτόν, και ην παρά την θάλασσαν.
Μρ Ε-22. Και έρχεται εις των αρχισυναγώγων, ονόματι Ιάειρος, και ιδών αυτόν πίπτει πρός τους πόδας αυτού
Μρ Ε-23. και παρεκάλει αυτόν πολλά, λέγων ότι το θυγάτριον μου εσχάτως έχει, ίνα ελθών επιθής αυτή τας χείρας, όπως σωθή και ζήσεται.
Μρ Ε-24. και απήλθε μετ’ αυτού. και ηκολούθει αυτώ όχλος πολύς, και συνέθλιβον αυτόν.
Μρ Ε-25. και γυνή τις ούσα εν ρύσει αίματος έτη δώδεκα,
Μρ Ε-26. και πολλά παθούσα υπό πολλών ιατρών και δαπανήσασα τα παρ’ εαυτής πάντα, και μηδέν ωφεληθείσα, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα,
Μρ Ε-27. ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν ήψατο του ιματίου αυτού.
Μρ Ε-28. έλεγε γαρ εν εαυτή ότι εάν άψωμαι καν των ιματίων αυτού σωθήσομαι.
Μρ Ε-29. και ευθέως εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής, και έγνω τω σώματι ότι ίαται από της μάστιγος.
Μρ Ε-30. και ευθέως ο Ιησούς επιγνούς εν εαυτώ την εξ αυτού δύναμιν εξελθούσαν, επιστραφείς εν τω όχλω έλεγε. τις μου ήψατο των ιματίων;
Μρ Ε-31. και έλεγον αυτώ οι μαθηταί αυτού. βλέπεις τον όχλον συνθλίβοντα σε, και λέγεις τις μου ήψατο;
Μρ Ε-32. και περιεβλέπετο ιδείν την τούτο ποιήσασαν.
Μρ Ε-33. η δε γυνή φοβηθείσα και τρέμουσα, ειδυία ο γέγονεν επ' αυτή, ήλθε και προσέπεσεν αυτώ και είπεν αυτώ πάσαν την αλήθειαν.
Μρ Ε-34. ο δε είπεν αυτή. θύγατερ, η πίστις σου σέσωκε σε ύπαγε εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγος σου.
Μρ Ε-35. Έτι αυτού λαλούντος έρχονται από του αρχισυναγώγου λέγοντες ότι η θυγάτηρ σου απέθανε. τι έτι σκύλλεις τον διδάσκαλον;
Μρ Ε-36. ο δε Ιησούς ευθέως ακούσας τον λόγον λαλούμενον λέγει τω αρχισυναγώγω. μη φοβού, μόνον πίστευε.
Μρ Ε-37. και ουκ αφήκεν αυτώ ουδένα συνακολουθήσαι ει μη Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν του Ιακώβου.
Μρ Ε-38. και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου και θεωρεί θόρυβον, και κλαίοντας και αλαλάζοντας πολλά,
Μρ Ε-39. και εισελθών λέγει αυτοίς. τι θορυβείσθε και κλαίετε; το παιδίον ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. και κατεγέλων αυτού.
Μρ Ε-40. ο δε εκβαλών πάντας παραλαμβάνει τον πατέρα του παιδίου και την μητέρα και τους μετ’ αυτού, και εισπορεύεται όπου ην το παιδίον ανακείμενον,
Μρ Ε-41. και κρατήσας της χειρός του παιδίου λέγει αυτή. ταλιθά, κούμι. ο έστι μεθερμηνευόμενον, το κοράσιον, σοι λέγω, έγειρε.
Μρ Ε-42. και ευθέως ανέστη το κοράσιον και περιεπάτει. ην γαρ ετών δώδεκα. και εξέστησαν εκστάσει μεγάλη.
Μρ Ε-43. και διεστείλατο αυτοίς πολλά ίνα μηδείς γνω τούτο.και είπε δοθήναι αυτή φαγείν.
Κεφάλαιον Στ΄
Στίχοι 1-6. Οι Ναζαρηνοί και ο Ιησούς.
Μρ ΣΤ-1. Και εξήλθεν εκείθεν και ήλθεν εις την πατρίδα εαυτού. και ακολουθούσιν αυτώ οι μαθηταί αυτού.
Μρ ΣΤ-2. και γενομένου σαββάτου ήρξατο εν τη συναγωγή διδάσκειν. και πολλοί ακούοντες εξεπλήσσοντο λέγοντες. πόθεν τούτω ταύτα; και τις η σοφία, η δοθείσα αυτώ, και δυνάμεις τοιαύται δια των χειρών αυτού γίνονται;
Μρ ΣΤ-3. ουχ ούτος εστίν ο τέκνων, ο υιός της Μαρίας, αδελφός δε Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος; και ουκ εισίν αι αδελφαί αυτού ώδε πρός ημάς; και εσκανδαλίζοντο εν αυτώ.
Μρ ΣΤ-4. έλεγε δε αυτοίς ο Ιησούς ότι ουκ έστι προφήτης άτιμος ει μη εν τη πατρίδι αυτού και εν τοις συγγενέσι και εν τη οικία αυτού.
Μρ ΣΤ-5. και ουκ ηδύνατο εκεί ουδεμίαν δύναμιν ποιήσαι, ει μη ολίγοις αρρώστοις επιθείς τας χείρας εθεράπευσε.
Μρ ΣΤ-6. και εθαύμαζε δια την απιστίαν αυτών. Και περιήγε τας κώμας κύκλω διδάσκων.
Στίχοι 7-13. Αποστολή των δώδεκα.
Μρ ΣΤ-7. Και προσκαλείται τους δώδεκα, και ήρξατο αυτούς αποστέλλειν δύο δύο, και εδίδου αυτοίς εξουσίαν των πνευμάτων των ακαθάρτων,
Μρ ΣΤ-8. και παρήγγειλεν αυτοίς ίνα μηδέν αίρωσιν εις οδόν ει μη ράβδον μόνον, μη πήραν, μη άρτον, μη εις την ζώνην χαλκόν,
Μρ ΣΤ-9. αλλ’ υποδεδεμένους σανδάλια, και μη ενδεδύσθαι δύο χιτώνας.
Μρ ΣΤ-10. και έλεγεν αυτοίς. όπου εάν εισέλθητε εις οικίαν, εκεί μένετε έως αν εξέλθητε εκείθεν.
Μρ ΣΤ-11. και όσοι εάν μη δέξωνται υμάς μηδέ ακούσωσιν υμών, εκπορευόμενοι εκείθεν εκτινάξατε τον χουν τον υποκάτω των ποδών υμών εις μαρτύριον αυτοίς. αμήν λέγω υμίν, ανεκτότερον έσται Σοδόμοις ή Γομόρροις εν ημέρα κρίσεως ή τη πόλει εκείνη.
Μρ ΣΤ-12. Και εξελθόντες εκήρυσσον ίνα μετανοήσωσι,
Μρ ΣΤ-13. και δαιμόνια πολλά εξέβαλλον, και ήλειφον ελαίω πολλούς αρρώστους και εθεράπευον.
Στίχοι 14-29. Αποκεφάλισις Ιωάννου του Βαπτιστού.
Μρ ΣΤ-14. Και ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης. φανερόν γαρ εγένετο το όνομα αυτού και έλεγεν ότι Ιωάννης ο βαπτίζων εκ νεκρών ηγέρθη, και δια τούτο ενεργούσιν αι δυνάμεις εν αυτώ.
Μρ ΣΤ-15. άλλοι έλεγον ότι Ηλίας εστίν. άλλοι δε έλεγον ότι προφήτης εστίν ως εις των προφητών.
Μρ ΣΤ-16. ακούσας δε ο Ηρώδης είπεν ότι ον εγώ απεκεφάλισα Ιωάννην, ούτος εστίν, αυτός ηγέρθη εκ νεκρών.
Μρ ΣΤ-17. αυτός γαρ ο Ηρώδης αποστείλας εκράτησε τον Ιωάννην και έδησεν αυτόν εν φυλακή δια Ηρωδιάδα την γυναίκα Φιλίππου του αδελφού αυτού, ότι αυτήν εγάμησεν.
Μρ ΣΤ-18. έλεγεν γαρ ο Ιωάννης τω Ηρώδη ότι ουκ έξεστι σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου.
Μρ ΣΤ-19. η δε Ηρωδιάς ενείχεν αυτώ και ήθελεν αυτόν αποκτείναι, και ουκ ηδύνατο.
Μρ ΣΤ-20. ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον, και συνετήρει αυτόν, και ακούσας αυτού πολλά εποίει και ηδέως αυτού ήκουε.
Μρ ΣΤ-21. και γενομένης ημέρας ευκαίρου, ότε Ηρώδης τοις γενεσίοις αυτού δείπνον εποίει τοις μεγιστάσιν αυτού και τοις χιλιάρχοις και τοις πρώτοις της Γαλιλαίας,
Μρ ΣΤ-22. και εισελθούσης της θυγατρός αυτής της Ηρωδιάδος και ορχησαμένης και αρεσάσης τω Ηρώδη, και τοις συνανακειμένοις, είπεν ο βασιλεύς τω κορασίω. αίτησον με ο εάν θέλης, και δώσω σοι.
Μρ ΣΤ-23. Και ώμοσεν αυτή ότι ο εάν με αιτήσης δώσω σοι, έως ημίσους της βασιλείας μου.
Μρ ΣΤ-24. η δε εξελθούσα είπε τη μητρί αυτής τι αιτήσομαι; η δε είπε. την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού.
Μρ ΣΤ-25. και εισελθούσα ευθέως μετά σπουδής πρός τον βασιλέα ητήσατο λέγουσα. θέλω ίνα μοι δώς εξαυτής επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού.
Μρ ΣΤ-26. και περίλυπος γενόμενος ο βασιλεύς, δια τους όρκους και τους συνανακειμένους ουκ ηθέλησεν αυτήν αθετήσαι.
Μρ ΣΤ-27. και ευθέως αποστείλας ο βασιλεύς σπεκουλάτωρα επέταξεν ενεχθήναι την κεφαλήν αυτού.
Μρ ΣΤ-28. ο δε απελθών απεκεφάλισεν αυτόν εν τη φυλακή, και ήνεγκε την κεφαλήν αυτού επί πίνακι και έδωκεν αυτήν τω κορασίω, και το κοράσιον έδωκεν αυτήν τη μητρί αυτής.
Μρ ΣΤ-29. και ακούσαντες οι μαθηταί αυτού ήλθον και ήραν το πτώμα αυτού, και έθηκαν αυτό εν μνημείω.
Στίχοι 30-44. Πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων.
Μρ ΣΤ-30. Και συνάγονται οι απόστολοι πρός τον Ιησούν, και απήγγειλαν αυτώ πάντα, και όσα εποίησαν και όσα εδίδαξαν.
Μρ ΣΤ-31. και είπεν αυτοίς. δεύτε υμείς αυτοί κατ’ ιδίαν εις έρημον τόπον, και αναπαύεσθε ολίγον. ήσαν γαρ οι ερχόμενοι και οι υπάγοντες πολλοί, και ουδέ φαγείν ευκαίρουν.
Μρ ΣΤ-32. και απήλθον εις έρημον τόπον εν πλοίω κατ’ ιδίαν.
Μρ ΣΤ-33. και είδον αυτούς υπάγοντας, και επέγνωσαν αυτούς πολλοί, και πεζή από πασών των πόλεων συνέδραμον εκεί και προήλθον αυτούς και συνήλθον πρός αυτόν.
Μρ ΣΤ-34. Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ' αυτοίς, ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα, και ήρξατο διδάσκειν αυτούς πολλά.
Μρ ΣΤ-35. Και ήδη ώρας πολλής γενομένης προσελθόντες αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγουσιν ότι έρημος εστίν ο τόπος και ήδη ώρα πολλή.
Μρ ΣΤ-36. απόλυσον αυτούς, ίνα απελθόντες εις τους κύκλω αγρούς και κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς άρτους. τι γαρ φάγωσιν ουκ έχουσιν.
Μρ ΣΤ-37. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς. δότε αυτοίς υμείς φαγείν. και λέγουσιν αυτώ. απελθόντες αγοράσωμεν δηναρίων διακοσίων άρτους και δώμεν αυτοίς φαγείν;
Μρ ΣΤ-38. ο δε λέγει αυτοίς. πόσους άρτους έχετε; υπάγετεχ και ίδετε. και γνόντες λέγουσι. πέντε, και δύο ιχθύας.
Μρ ΣΤ-39. και επέταξεν αυτοίς ανακλίναι πάντας συμπόσια συμπόσια επί το χλωρώ χόρτω.
Μρ ΣΤ-40. και ανέπεσον πρασιαί πρασιαί ανά εκατόν και ανά πεντήκοντα.
Μρ ΣΤ-41. και λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κατέκλασε τους άρτους και εδίδου τοις μαθηταίς ίνα παραθώσιν αυτοίς, και τους δύο ιχθύας εμέρισε πάσι.
Μρ ΣΤ-42. και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν,
Μρ ΣΤ-43. και ήραν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις και από των ιχθύων.
Μρ ΣΤ-44. και ήσαν οι φαγόντες τους άρτους πεντακισχίλιοι άνδρες.
Στίχοι 45-52. Ο Ιησούς περιπατεί επί της θαλάσσης.
Μρ ΣΤ-45. Και ευθέως ηνάγκασε τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν εις το πέραν πρός Βησθαϊδάν, έως αυτός απολύση τον όχλον.
Μρ ΣΤ-46. και αποταξάμενος αυτοίς απήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι.
Μρ ΣΤ-47. και οψίας γενομένης ην το πλοίον εν μέσω της θαλάσσης, και αυτός μόνος επί της γης.
Μρ ΣΤ-48. και ιδών αυτούς βασανιζομένους εν τω ελαύνειν. ην γαρ ο άνεμος εναντίος αυτοίς. και περί τετάρτην φυλακήν της νυκτός έρχεται πρός αυτούς περιπατών επί της θαλάσσης, και ήθελε παρελθείν αυτούς.
Μρ ΣΤ-49. οι δε ιδόντες αυτόν περιπατούντα επί της θαλάσσης έδοξαν φάντασμα είναι, και ανέκραξαν.
Μρ ΣΤ-50. πάντες γαρ αυτόν είδον και εταράχθησαν. και ευθέως ελάλησε μετ’ αυτών και λέγει αυτοίς. θαρσείτε, εγώ είμι, μη φοβείσθε.
Μρ ΣΤ-51. και ανέβη εις το πλοίον πρός αυτούς, και εκόπασεν ο άνεμος. και λίαν εκ περισσού εν εαυτοίς εξίσταντο και εθαύμαζον.
Μρ ΣΤ-52. ου γαρ συνήκαν επί τοις άρτοις, αλλ’ ην αυτών ή καρδία πεπωρωμένη.
Στίχοι 53-56. Πολλαί ομαδικαί θεραπείαι.
Μρ ΣΤ-53. Και διαπεράσαντες απήλθον επί την γην Γεννησαρέτ και προσωρμίσθησαν.
Μρ ΣΤ-54. και εξελθόντων αυτών εκ του πλοίου ευθέως επιγνόντες αυτόν
Μρ ΣΤ-55. περιέδραμον όλην την περίχωρον εκείνην και ήρξαντο επί τοις κραβάττοις τους κακώς έχοντας περιφέρειν όπου ήκουον ότι εκεί έστι.
Μρ ΣΤ-56. και όπου αν εισεπορεύετο εις κώμας ή πόλεις ή αγρούς, εν ταις αγοραίς ετίθεσαν τους ασθενούντας και παρεκάλουν αυτόν ίνα καν του κρασπέδου του ιματίου αυτού άψωνται. και όσοι αν ήπτοντο αυτού, εσώζοντο.
Κεφάλαιον Ζ΄.
Στίχοι 1-13. Αι παραδόσεις των πρεσβυτέρων δεν καταλύουν τον νόμον.
Μρ Ζ-1. Και συνάγονται πρός αυτόν οι Φαρισαίοι και τινές των γραμματέων ελθόντες από Ιεροσολύμων.
Μρ Ζ-2. και ιδόντες τινάς των μαθητών αυτού κοιναίς χερσί, τουτ’ έστιν ανίπτοις, εσθίοντας άρτους, εμέμψαντο.
Μρ Ζ-3. οι γαρ Φαρισαίοι και πάντες οι Ιουδαίοι, εάν μη πυγμή νίψωνται τας χείρας, ουκ εσθίουσι, κρατούντες την παράδοσιν των πρεσβυτέρων.
Μρ Ζ-4. και από αγοράς, εάν μη βαπτίσωνται, ουκ εσθίουσι. και άλλα πολλά έστιν α παρέλαβον κρατείν, βαπτισμούς ποτηριών και ξεστών και χαλκίων και κλινών.
Μρ Ζ-5. έπειτα επερωτώσιν αυτόν οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς. διατί ου περιπατούσιν οι μαθηταί σου κατά την παράδοσιν των πρεσβυτέρων, αλλ’ ανίπτοις χερσίν εσθίουσι τον άρτον;
Μρ Ζ-6. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς ότι καλώς προεφήτευσεν Ησαΐας περί υμών των υποκριτών, ως γέγραπται. ούτος ο λαός τοις χείλεσι με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού.
Μρ Ζ-7. μάτην δε σέβονται με, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων.
Μρ Ζ-8. αφέντες γαρ την εντολήν του Θεού κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων, βαπτισμούς ξεστών και ποτηρίων, και άλλα παρόμοια τοιαύτα πολλά ποιείτε.
Μρ Ζ-9. και έλεγεν αυτοίς. καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού ίνα την παράδοσιν υμών τηρήσητε.
Μρ Ζ-10. Μωϋσής γαρ είπε. τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. και ο κακολογών πατέρα ή μητέρα θανάτω τελευτάτω.
Μρ Ζ-11. υμείς δε λέγετε. εάν είπη άνθρωπος τω πατρί ή τη μητρί, κορβάν, ο έστι δώρον, ο εάν εξ εμού ωφεληθής,
Μρ Ζ-12. και ουκέτι αφίετε αυτόν ουδέν ποιήσαι τω πατρί αυτού ή τη μητρί αυτού,
Μρ Ζ-13. ακυρούντες τον λόγον του Θεού τη παραδόσει υμών η παρεδώκατε. και παρόμοια τοιαύτα πολλά ποιείτε.
Στίχοι 14-23. Τι καθιστά τον άνθρωπον ακάθαρτον.
Μρ Ζ-14. Και προσκαλεσάμενος πάντα τον όχλον έλεγεν αυτοίς. ακούετε μου πάντες και συνίετε.
Μρ Ζ-15. ουδέν έστιν έξωθεν του άνθρώπου εισπορευόμενον εις αυτόν ο δύναται αυτόν κοινώσαι, αλλά τα εκπορευόμενα εστί τα κοινούντα τον άνθρωπον.
Μρ Ζ-16. ει τις έχει ώτα ακούειν ακουέτω.
Μρ Ζ-17. Και ότε εισήλθεν εις οίκον από του όχλου, επηρώτων αυτόν οι μαθηταί αυτού περί της παραβολής.
Μρ Ζ-18. και λέγει αυτοίς. ούτω και υμείς ασύνετοι εστέ; ούπω νοείτε ότι παν το έξωθεν εισπορευόμενον εις τον άνθρωπον ου δύναται αυτόν κοινώσαι;
Μρ Ζ-19. ότι ουκ εισπορεύεται αυτού εις την καρδίαν, αλλ’ εις την κοιλίαν, και εις τον αφεδρώνα εκπορεύεται, καθαρίζον πάντα τα βρώματα.
Μρ Ζ-20. έλεγε δε ότι το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί τον άνθρωπον.
Μρ Ζ-21. έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι,
Μρ Ζ-22. κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη.
Μρ Ζ-23. πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εκπορεύεται και κοινοί τον άνθρωπον.
Στίχοι 24-37. Θεραπεία της θυγατρός της Χαναναίας και του κωφού μογιλάλου.
Μρ Ζ-24. Και εκείθεν αναστάς απήλθεν εις τα μεθόρια Τύρου και Σιδώνος και εισελθών εις οικίαν ουδένα ήθελε γνώναι, και ουκ ηδυνήθη λαθείν.
Μρ Ζ-25. ακούσασα γαρ γυνή περί αυτού, ης είχε το θυγάτριον αυτής πνεύμα ακάθαρτον, ελθούσα προσέπεσε πρός τους πόδας αυτού.
Μρ Ζ-26. η δε γυνή ην Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τω γένει. και ηρώτα αυτόν ίνα το δαιμόνιον εκβάλη εκ της θυγατρός αυτής.
Μρ Ζ-27. ο δε Ιησούς είπεν αυτή. άφες πρώτον χορτασθήναι τα τέκνα. ου γαρ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και τοις κυναρίοις βαλείν.
Μρ Ζ-28. η δε απεκρίθη και λέγει αυτώ. ναι, Κύριε. και τα κυνάρια υποκάτω της τραπέζης εσθίουσιν από των ψιχίων των παιδίων.
Μρ Ζ-29. και είπεν αυτή δια τούτον τον λόγον ύπαγε. εξελήλυθε το δαιμόνιον εκ της θυγατρός σου.
Μρ Ζ-30. και απελθούσα εις τον οίκον αυτής εύρε το παιδίον βεβλημένον επί την κλίνην και το δαιμόνιον εξεληλυθός.
Μρ Ζ-31. Και πάλιν εξελθών εκ των ορίων Τύρου και Σιδώνος ήλθε πρός την θάλασσαν της Γαλιλαίας ανά μέσον των ορίων Δεκαπόλεως.
Μρ Ζ-32. και φέρουσιν αυτώ κωφόν μογιλάλον και παρακαλούσιν αυτόν ίνα επιθή αυτώ την χείρα.
Μρ Ζ-33. και απολαβόμενος αυτόν από του όχλου κατ’ ιδίαν έβαλε τους δακτύλους αυτού εις τα ώτα αυτού, και πτύσας ήψατο της γλώσσης αυτού,
Μρ Ζ-34. και αναβλέψας εις τον ουρανόν εστέναξε και λέγει αυτώ. εφφαθά, ο έστι διανοίχθητι.
Μρ Ζ-35. και ευθέως διηνοίχθησαν αυτού αι ακοαί και ελύθη ο δεσμός της γλώσσης αυτού, και ελάλει ορθώς.
Μρ Ζ-36. και διεστείλατο αυτοίς ίνα μηδενί είπωσιν. όσον δε αυτός αυτοίς διεστέλλετο, μάλλον περισσότερον εκήρυσσον.
Μρ Ζ-37. και υπερπερισσώς εξεπλήσσοντο λέγοντες. καλώς πάντα πεποίηκε. και τους κωφούς ποιεί ακούειν και τους αλάλους λαλείν.
Κεφάλαιον Η΄
Στίχοι 1-10. Πολλαπλασιασμός των επτά άρτων εις την έρημον.
Μρ Η-1. Εν εκείναις ταις ημέραις πάλιν πολλού όχλου όντος και μη εχόντων τι φάγωσι, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού λέγει αυτοί.
Μρ Η-2. σπλαγχίζομαι επί τον όχλον, ότι ήδη ημέραι τρεις προσμένουσι μοι και ουκ έχουσι τι φάγωσι.
Μρ Η-3. και εάν απολύσω αυτούς νήστεις εις οίκον αυτών, εκλυθήσονται εν τη οδώ. τίνες γαρ αυτών από μακρόθεν ήκασι.
Μρ Η-4. και απεκρίθησαν αυτώ οι μαθηταί αυτού. πόθεν τούτους δυνήσεται τις ώδε χορτάσαι άρτων επ' ερημίας;
Μρ Η-5. και επηρώτα αυτούς. πόσους έχετε άρτους; οι δε είπον. επτά.
Μρ Η-6. και παρήγγειλε τω όχλω αναπεσείν επί της γης. και λαβών τους επτά άρτους ευχαριστήσας έκλασε και εδίδου τοις μαθηταίς αυτού ίνα παρατιθώσι. και παρέθηκαν τω όχλω.
Μρ Η-7. και είχον ιχθύδια ολίγα. και αυτά ευλογήσας είπε παρατιθέναι και αυτά.
Μρ Η-8. έφαγον δε και εχορτάσθησαν, και ήραν περισσεύματα κλασμάτων επτά σπυρίδας.
Μρ Η-9. ήσαν δε ως τετρακισχίλιοι. και απέλυσεν αυτούς.
Μρ Η-10. Και εμβάς ευθύς εις το πλοίον μετά των μαθητών αυτού ήλθεν εις τα μέρη Δαλμανουθά.
Στίχοι 11-21. Προσοχή από την διδασκαλίαν των Φαρισαίων.
Μρ Η-11. Και εξήλθον οι Φαρισαίοι και ήρξαντο συζητείν αυτώ, ζητούντες παρ’ αυτού σημείον από του ουρανού, πειράζοντες αυτόν.
Μρ Η-12. και αναστενάξας τω πνεύματι αυτού λέγει. τι η γενεά αύτη σημείον επιζητεί; αμήν λέγω υμίν, ει δοθήσεται τη γενεά ταύτη σημείον.
Μρ Η-13. και αφείς αυτούς εις το πλοίον απήλθε πάλιν.
Μρ Η-14. Και επελάθοντο λαβείν άρτους, και ει μη ένα άρτον ουκ είχον μεθ’ εαυτών εν τω πλοίω.
Μρ Η-15. και διεστέλλετο αυτοίς λέγων. οράτε, βλέπετε από της ζύμης των Φαρισαίων και της ζύμης Ηρώδου.
Μρ Η-16. και διελογίζοντο πρός αλλήλους λέγοντες ότι άρτους ουκ έχομεν.
Μρ Η-17. και γνούς ο Ιησούς λέγει αυτοίς. τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; έτι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών;
Μρ Η-18. οφθαλμούς έχοντες ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε; και ου μνημονεύετε;
Μρ Η-19. ότε τους πέντε άρτους έκλασα εις τους πεντακισχιλίους, και πόσους κοφίνους κλασμάτων πλήρεις ήρατε; λέγουσιν αυτώ δώδεκα.
Μρ Η-20. ότε δε τους επτά εις τους τετρακισχιλίους, πόσων σπυρίδων πληρώματα κλασμάτων ήρατε; οι δε είπον. επτά.
Μρ Η-21. και έλεγεν αυτοίς. ούπω συνίετε;
Στίχοι 22-26. Θεραπεία του τυφλού της Βηθσαϊδά.
Μρ Η-22. Και έρχεται εις Βηθσαϊδά, και φέρουσιν αυτώ τυφλόν και παρακαλούσιν αυτόν ίνα αυτού άψηται.
Μρ Η-23. και επιλαβόμενος της χειρός του τυφλού εξήγαγεν αυτόν έξω της κώμης, και πτύσας εις τα όμματα αυτού, επιθείς τας χείρας αυτώ επηρώτα αυτόν ει τι βλέπει.
Μρ Η-24. και αναβλέψας έλεγε. βλέπω τους ανθρώπους ως δένδρα περιπατούντας.
Μρ Η-25. είτα πάλιν επέθηκε τας χείρας επί τους οφθαλμούς αυτού και εποίησεν αυτόν αναβλέψαι, και αποκατεστάθη, και ανέβλεψε τηλαυγώς άπαντας.
Μρ Η-26. και απέστειλεν αυτόν εις τον οίκον αυτού λέγων. μηδέ εις την κώμην εισέλθης μηδέ είπης τινί εν τη κώμη.
Στίχοι 27-30. Ο Πέτρος ομολογεί την πίστιν του περί του Χριστού.
Μρ Η-27. Και εξήλθεν ο Ιησούς και οι μαθηταί αυτού εις τας κώμας Καισαρείας της Φιλίππου. και εν τη οδώ επηρώτα τους μαθητάς αυτού λέγων αυτοίς τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;
Μρ Η-28. οι δε απεκρίθησαν. Ιωάννην τον βαπτιστήν, και άλλοι Ηλίαν, άλλοι δε ένα των προφητών.
Μρ Η-29. και αυτός λέγει αυτοίς. υμείς δε τίνα με λέγετε είναι; αποκριθείς δε ο Πέτρος λέγει αυτώ. συ ει ο Χριστός.
Μρ Η-30. και επετίμησεν αυτοίς ίνα μηδενί λέγωσι περί αυτού.
Στίχοι 31-38. Διδασκαλία περί αυταπαρνήσεως και σωτηρίας της ψυχής.
Μρ Η-31. Και ήρξατο διδάσκειν αυτούς ότι δει τον υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν, και αποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων και των αρχιερέων και των γραμματέων, και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι.
Μρ Η-32. και παρρησία τον λόγον ελάλει. και προσλαβόμενος αυτόν ο Πέτρος ήρξατο επιτιμάν αυτώ.
Μρ Η-33. ο δε επιστραφείς και ιδών τους μαθητάς αυτού επετίμησε τω Πέτρω λέγων. ύπαγε οπίσω μου, σατανά. ότι ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων.
Μρ Η-34. Και προσκαλεσάμενος τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς. όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι.
Μρ Η-35. ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. ος δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν.
Μρ Η-36. τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;
Μρ Η-37. ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;
Μρ Η-38. ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων.
Κεφάλαιον Θ΄
Μρ Θ-1. Και έλεγεν αυτοίς. αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινές των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει.
Στίχοι 2-13. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος.
Μρ Θ-2. Και μεθ’ ημέρας εξ παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ’ ιδίαν μόνους. και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών,
Μρ Θ-3. και τα ιμάτια αυτού εγένετο στίλβοντα, λευκά λίαν ως χιών, οία γναφεύς επί της γης ου δύναται ούτω λευκάναι.
Μρ Θ-4. και ώφθη αυτοίς Ηλίας συν Μωϋσεί, και ήσαν συλλαλούντες τω Ιησού. και αποκριθείς ο Πέτρος λέγει τω Ιησού.
Μρ Θ-5. Ραββί, καλόν έστιν ημάς ώδε είναι. και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, σοι μίαν και Μωϋσεί μίαν και Ηλία μίαν.
Μρ Θ-6. ου γαρ ήδει τι λαλήση ήσαν γαρ έκφοβοι.
Μρ Θ-7. και εγένετο νεφέλη επισκιάζουσα αυτοίς, και ήλθε φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός. αυτού ακούετε.
Μρ Θ-8. και εξάπινα περιβλεψάμενοι ουκέτι ουδένα είδον, αλλά τον Ιησούν μόνον μεθ’ εαυτών.
Μρ Θ-9. Καταβαινόντων δε αυτών από του όρους διεστείλατο αυτοίς ίνα μηδενί διηγήσωνται α είδον, ει μη όταν ο υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή.
Μρ Θ-10. και τον λόγον εκράτησαν, πρός εαυτούς συζητούντες τι έστι το εκ νεκρών αναστήναι.
Μρ Θ-11. και επηρώτων αυτόν λέγοντες, ότι λέγουσιν οι γραμματείς ότι Ηλίαν δει ελθείν πρώτον.
Μρ Θ-12. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς. Ηλίας μεν ελθών πρώτον αποκαθιστά πάντα. και πως γέγραπται επί τον υιόν του ανθρώπου ίνα πολλά πάθη και εξουδενωθή;
Μρ Θ-13. αλλά λέγω υμίν ότι και Ηλίας ελήλυθε, και εποίησαν αυτώ όσα ηθέλησαν, καθώς γέγραπται επ' αυτόν.
Στίχοι 14-29. Θεραπεία του σεληνιαζομένου νέου.
Μρ Θ-14. Και ελθών πρός τους μαθητάς είδεν όχλον πολύν περί αυτούς, και γραμματείς συζητούντας αυτοίς.
Μρ Θ-15. και ευθέως πας ο όχλος ιδόντες αυτόν εξεθαμβήθησαν, και προστρέχοντες ησπάζοντο αυτόν.
Μρ Θ-16. και επηρώτησε τους γραμματείς. τι συζητείτε πρός εαυτούς;
Μρ Θ-17. και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε. διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου πρός σε, έχοντα πνεύμα άλαλον.
Μρ Θ-18. και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσσει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται. και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν.
Μρ Θ-19. ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει. ω γενεά άπιστος, έως πότε πρός υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν πρός με. και ήνεγκαν αυτόν πρός αυτόν.
Μρ Θ-20. και ιδών αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων.
Μρ Θ-21. και επηρώτησε τον πατέρα αυτού. πόσος χρόνος εστίν, ως τούτο γέγονεν αυτώ; ο δε είπε. παιδιόθεν.
Μρ Θ-22. και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν. αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς.
Μρ Θ-23. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι.
Μρ Θ-24. και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων έλεγε. πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία.
Μρ Θ-25. ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος, επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ. το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν.
Μρ Θ-26. και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν εξήλθε, και εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν.
Μρ Θ-27. ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν, και ανέστη.
Μρ Θ-28. Και εισελθόντα αυτόν εις οίκον οι μαθηταί αυτού επηρώτων αυτόν κατ’ ιδίαν, ότι ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό.
Μρ Θ-29. και είπεν αυτοίς. τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία.
Στίχοι 30-37. Ποίος είναι ο πρώτος και ο μεγαλύτερος.
Μρ Θ-30. Και εκείθεν εξελθόντες παρεπορεύοντο δια της Γαλιλαίας, και ουκ ήθελεν ίνα τις γνω.
Μρ Θ-31. εδίδασκε γαρ τους μαθητάς αυτού και έλεγεν αυτοίς ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και αποκτανθείς τη τρίτη ημέρα αναστήσεται.
Μρ Θ-32. οι δε ηγνόουν το ρήμα, και εφοβούντο αυτόν επερωτήσαι.
Μρ Θ-33. Και ήλθεν εις Καπερναούμ. και εν τη οικία γενόμενος επηρώτα αυτούς. τι εν τη οδώ πρός εαυτούς διελογίζεσθε;
Μρ Θ-34. οι δε εσιώπων. πρός αλλήλους γαρ διελέχθησαν εν τη οδώ τις μείζων.
Μρ Θ-35. και καθίσας εφώνησε τους δώδεκα και λέγει αυτοίς. ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος.
Μρ Θ-36. και λαβών παιδίον έστησεν αυτό εν μέσω αυτών, και εναγκαλισάμενος αυτό είπεν αυτοίς.
Μρ Θ-37. ος εάν εν των τοιούτων παιδίων δέξηται επί τω ονόματι μου, εμέ δέχεται και ος εάν εμέ δέξηται, ουκ εμέ δέχεται, αλλά τον αποστείλαντα με.
Στίχοι 38-50. Προσοχή να μη σκανδαλίζωμεν.
Μρ Θ-38. Απεκρίθη αυτώ ο Ιωάννης λέγων. διδάσκαλε, είδομεν τινά εν τω ονόματι σου εκβάλλοντα δαιμόνια, ος ουκ ακολουθεί ημίν, και εκωλύσαμεν αυτόν, ότι ουκ ακολουθεί ημίν.
Μρ Θ-39. ο δε Ιησούς είπε. μη κωλύετε αυτόν. ουδείς γαρ έστιν ος ποιήσει δύναμιν επί τω ονόματι μου και δυνήσεται ταχύ κακολογήσαι με.
Μρ Θ-40. ος γαρ ουκ έστι καθ’ υμών, υπέρ υμών έστιν.
Μρ Θ-41. ος γαρ αν ποτίση υμάς ποτήριον ύδατος εν τω ονόματι μου, ότι Χριστού έστε, αμήν λέγω υμίν, ου μη απολέση τον μισθόν αυτού.
Μρ Θ-42. και ος αν σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων των πιστευόντων εις εμέ, καλόν έστιν αυτώ μάλλον ει περίκειται λίθος μυλικός περί τον τράχηλον αυτού και βέβληται εις την θάλασσαν.
Μρ Θ-43. και εάν σκανδαλίζη σε η χειρ σου, απόκοψον αυτήν. καλόν σοι έστι κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελθείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,
Μρ Θ-44. όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται.
Μρ Θ-45. και εάν ο πους σου σκανδαλίζη σε, απόκοψον αυτόν. καλόν σοι έστιν εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βληθήναι εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,
Μρ Θ-46. όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται.
Μρ Θ-47. και εάν ο οφθαλμός σου σκανδαλίζη σε, έκβαλε αυτόν. καλόν σοι έστι μονόφθαλμον εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού, ή τους δύο οφθαλμούς έχοντα απελθείν εις την γέενναν του πυρός,
Μρ Θ-48. όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται.
Μρ Θ-49. πας γαρ πυρί αλισθήσεται, και πάσα θυσία αλί αλισθήσεται.
Μρ Θ-50. καλόν το άλας. εάν δε το άλας άναλον γένηται, εν τίνι αυτό αρτύσετε; έχετε εν εαυτοίς άλας και ειρηνεύετε εν αλλήλοις.
Κεφάλαιον Ι΄
Στίχοι 1-12. Περί του διαζυγίου.
Μρ Ι-1. Και εκείθεν αναστάς έρχεται εις τα όρια της Ιουδαίας δια του πέραν του Ιορδάνου, και συμπορεύονται πάλιν όχλοι πρός αυτόν, και ως ειώθει, πάλιν εδίδασκεν αυτούς.
Μρ Ι-2. και προσελθόντες οι Φαρισαίοι επηρώτων αυτόν ει έξεστιν ανδρί γυναίκα απολύσαι, πειράζοντες αυτόν.
Μρ Ι-3. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς. τι υμίν ενετείλατο Μωϋσής
Μρ Ι-4. οι δε είπον. επέτρεψε Μωϋσής βιβλίον αποστασίου γράψαι και απολύσαι.
Μρ Ι-5. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς. πρός την σκληροκαρδίαν υμών έγραψεν υμίν την εντολήν ταύτην.
Μρ Ι-6. από δε αρχής κτίσεως άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς ο Θεός.
Μρ Ι-7. ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και τη μητέρα, και προσκολληθήσεται πρός την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν.
Μρ Ι-8. ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ.
Μρ Ι-9. ο ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω.
Μρ Ι-10. και εις την οικίαν πάλιν οι μαθηταί περί τούτου επηρώτων αυτόν,
Μρ Ι-11. και λέγει αυτοίς. ος αν απολύση την γυναίκα αυτού και γαμήση άλλην, μοιχάται επ' αυτήν.
Μρ Ι-12. και εάν γυνή απολύσασα τον άνδρα γαμηθή άλλω, μοιχάται.
Στίχοι 13-16. Ευλογία των παιδίων.
Μρ Ι-13. Και προσέφερον αυτώ παιδία, ίνα αυτών άψηται. οι δε μαθηταί επετίμων τοις προσφέρουσιν.
Μρ Ι-14. Ιδών δε ο Ιησούς ηγανάκτησε και είπεν αυτοίς. άφετε τα παιδία έρχεσθαι πρός με, και μη κωλύετε αυτά. των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού.
Μρ Ι-15. αμήν λέγω υμίν, ος εάν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν.
Μρ Ι-16. και εναγκαλισάμενος αυτά κατηυλόγει τιθείς τας χείρας επ' αυτά.
Στίχοι. 17-31. Ο πλούσιος νεανίσκος και ή αιώνιος ζωή.
Μρ Ι-17. Και εκπορευομένου αυτού εις οδόν προσδραμών εις και γονυπετήσας αυτόν επηρώτα αυτόν. διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;
Μρ Ι-18. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ. τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός ειμή εις ο Θεός.
Μρ Ι-19. τας εντολάς οίδας. μη μοιχεύσης, μη φονεύσης, μη κλέψης, μη ψευδομαρτυρήσης, μη αποστερήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα.
Μρ Ι-20. ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ. διδάσκαλε, ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητος μου.
Μρ Ι-21. ο δε Ιησούς εμβλέψας αυτώ ηγάπησεν αυτόν και είπεν αυτώ. εν σε υστερεί. ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, όσα έχεις πώλησον και δός πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι, άρας τον σταυρόν σου.
Μρ Ι-22. ο δε στυγνάσας επί τω λόγω απήλθε λυπούμενος. ην γαρ έχων κτήματα πολλά.
Μρ Ι-23. και περιβλεψάμενος ο Ιησούς λέγει τοις μαθηταίς αυτού. πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εις την βασιλείαν του Θεού εισελεύσονται!
Μρ Ι-24. οι δε μαθηταί εθαμβούντο επί τοις λόγοις αυτού. ο δε Ιησούς πάλιν αποκριθείς λέγει αυτοίς. τέκνα πώς δύσκολον έστι τους πεποιθότας επί χρήμασιν εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν.
Μρ Ι-25. ευκοπώτερον εστί κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν.
Μρ Ι-26. οι δε περισσώς εξεπλήσσοντο λέγοντες πρός εαυτούς. και τις δύναται σωθήναι;
Μρ Ι-27. εμβλέψας αυτοίς ο Ιησούς λέγει. παρά ανθρώποις αδύνατον, αλλ’ ου παρά τω Θεώ. πάντα γαρ δυνατά έστι παρά τω Θεώ.
Μρ Ι-28. Ήρξατο ο Πέτρος λέγειν αυτώ. ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμεν σοι.
Μρ Ι-29. αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν. αμήν λέγω υμίν, ουδείς έστιν ος αφήκεν οικίαν ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν εμού και ένεκεν του ευαγγελίου,
Μρ Ι-30. εάν μη λάβη εκατονταπλασίονα νυν εν τω καιρώ τούτω οικίας και αδελφούς και αδελφάς και πατέρα και μητέρα και τέκνα και αγρούς μετά διωγμών, και εν τω αιώνι τω ερχομένω ζωήν αιώνιον.
Μρ Ι-31. πολλοί δε έσονται πρώτοι έσχατοι και έσχατοι πρώτοι.
Στίχοι 32-35. Η φιλοδοξία δύο μαθητών.
Μρ Ι-32. Ήσαν δε εν τη οδώ αναβαίνοντες εις Ιεροσόλυμα. και ην προάγων αυτούς ο Ιησούς, και εθαμβούντο, και ακολουθούντες εφοβούντο, και παραλαβών πάλιν τους δώδεκα ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν,
Μρ Ι-33. ότι ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και γραμματεύσι, και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω και παραδώσουσιν αυτόν τοις έθνεσι,
Μρ Ι-34. και εμπαίξουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτόν και εμπτύσουσιν αυτώ, και αποκτενούσιν αυτόν και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται.
Μρ Ι-35. Και προσπορεύονται αυτώ Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί Ζεβεδαίου λέγοντες. διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ο εάν αιτήσωμεν ποιήσης ημίν.
Μρ Ι-36. ο δε είπεν αυτοίς. τι θέλετε ποιήσαι με υμίν;
Μρ Ι-37. οι δε είπον αυτώ. δός ημίν ίνα εις εκ δεξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου.
Μρ Ι-38. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς. ουκ οίδατε τι αιτείσθε. δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι;
Μρ Ι-39. οι δε είπον αυτώ. δυνάμεθα. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς. το μεν ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε.
Μρ Ι-40. το δε καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευωνύμων ουκ έστιν εμόν δούναι, αλλ’ οις ητοίμασται.
Μρ Ι-41. και ακούσαντες οι δέκα ήρξαντο αγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου.
Μρ Ι-42. ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς λέγει αυτοίς. οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύσουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών.
Μρ Ι-43. ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ’ ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος.
Μρ Ι-44. και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος.
Μρ Ι-45. και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών.
Στίχοι 46-52. Θεραπεία του τυφλού της Ιεριχούς.
Μρ Ι-46. Και έρχονται εις Ιεριχώ. και εκπορευομένου αυτού από Ιεριχώ και των μαθητών αυτού και όχλου ικανού, ο υιός Τιμαίου Βαρτίμαιος τυφλός εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών.
Μρ Ι-47. και ακούσας ότι Ιησούς ο Ναζωραίος εστίν, ήρξατο κράζειν και λέγειν. υιέ Δαυΐδ Ιησού, ελέησον με.
Μρ Ι-48. και επετίμων αυτώ πολλοί ίνα σιωπήση. ο δε πολλώ μάλλον έκραζεν. υιέ Δαυΐδ, ελέησον με.
Μρ Ι-49. και στάς ο Ιησούς είπε. φωνήσατε αυτόν. και φωνούσι τον τυφλόν λέγοντες αυτώ. θάρσει, έγειρε. φωνεί σε.
Μρ Ι-50. ο δε αποβαλών το ιμάτιον αυτού αναστάς ήλθε πρός τον Ιησούν.
Μρ Ι-51. και αποκριθείς λέγει αυτώ ο Ιησούς. τι σοι θέλεις ποιήσω; ο δε τυφλός είπεν αυτώ. ραββουνί, ίνα αναβλέψω.
Μρ Ι-52. και ο Ιησούς είπεν αυτώ. ύπαγε, ή πίστις σου σέσωκε σε. και ευθέως ανέβλεψε, και ηκολούθει τω Ιησού εν τη οδώ.
~*Κεφάλαιον ΙΑ΄.
Στίχοι 1-11. Η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα.
Μρ Ια-1. Και ότε εγγίζουσιν εις Ιερουσαλήμ εις Βηθσφαγή και Βηθανίαν πρός το όρος των ελαιών, αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού
Μρ Ια-2. και λέγει αυτοίς. υπάγετε εις την κώμην την κατέναντι υμών, και ευθέως εισπορευόμενοι εις αυτήν ευρήσετε πώλον δεδεμένον, εφ’ ον ουδείς ανθρώπων κεκάθικε. λύσαντες αυτόν αγάγετε.
Μρ Ια-3. και εάν τις υμίν είπη. τι ποιείτε τούτο; είπατε ότι ο Κύριος αυτού χρείαν έχει, και ευθέως αυτόν αποστέλλει πάλιν ώδε.
Μρ Ια-4. απήλθον δε και εύρον τον πώλον δεδεμένον πρός την θύραν έξω επί του αμφόδου, και λύουσιν αυτόν.
Μρ Ια-5. και τινές των εκεί εστηκότων έλεγον αυτοίς. τι ποιείτε λύοντες τον πώλον;
Μρ Ια-6. οι δε είπον αυτοίς καθώς ενετείλατο ο Ιησούς, και αφήκαν αυτούς.
Μρ Ια-7. και ήγαγον τον πώλον πρός τον Ιησούν και επέβαλον αυτώ τα ιμάτια αυτών και εκάθισεν επ' αυτώ.
Μρ Ια-8. πολλοί δε τα ιμάτια αυτών έστρωσαν εις την οδόν, άλλοι δε στοιβάδας έκοπτον εκ των δένδρων και εστρώννυον εις την οδόν.
Μρ Ια-9. και οι προάγοντες και οι ακολουθούντες έκραζον λέγοντες. ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Μρ Ια-10. ευλογημένη ή ερχομένη βασιλεία εν ονόματι Κυρίου του πατρός ημών Δαυΐδ. ωσαννά εν τοις υψίστοις.
Μρ Ια-11. και εισήλθεν εις Ιεροσόλυμα ο Ιησούς και εις το ιερόν. και περιβλεψάμενος πάντα, οψίας ήδη ούσης της ώρας, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των δώδεκα.
Στίχοι 12-26. Η αποξήρανσις της συκής και η εκδίωξις των εμπορευομένων εκ του ιερού.
Μρ Ια-12. Και τη επαύριον εξελθόντων αυτών από Βηθανίας επείνασε.
Μρ Ια-13. και ιδών συκήν από μακρόθεν έχουσαν φύλλα, ήλθεν ει άρα τι ευρήσει εν αυτή. και ελθών επ' αυτήν ουδέν εύρεν ει μη φύλλα. ου γαρ ην καιρός σύκων.
Μρ Ια-14. και αποκριθείς είπεν αυτή. μηκέτι εκ σου εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγοι. και ήκουον οι μαθηταί αυτού.
Μρ Ια-15. Και έρχονται πάλιν εις Ιεροσόλυμα. και εισελθών ο Ιησούς εις το ιερόν ήρξατο εκβάλλειν τους πωλούντας και τους αγοράζοντας εν τω ιερώ και τας τραπέζας των κολλυβιστών και τας καθέδρας των πωλούντων τας περιστεράς κατέστρεψε,
Μρ Ια-16. και ουκ ήφιεν ίνα τις διενέγκη σκεύος δια του ιερού,
Μρ Ια-17. και εδίδασκε λέγων αυτοίς. ου γέγραπται ότι ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται πάσι τοις έθνεσιν; υμείς δε αυτόν εποιήσατε σπήλαιον ληστών.
Μρ Ια-18. και ήκουσαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς. και εζήτουν πώς αυτόν απολέσωσιν. εφοβούντο γαρ αυτόν, ότι πας ο όχλος εξεπλήσσετο επί τη διδαχή αυτού.
Μρ Ια-19. και ότε οψέ εγένετο, εξεπορεύετο έξω της πόλεως.
Μρ Ια-20. Και παραπορευόμενοι πρωΐ είδον την συκήν εξηραμμένην εκ ριζών.
Μρ Ια-21. και αναμνησθείς ο Πέτρος λέγει αυτώ. ραββί, ίδε η συκή ην κατηράσω εξήρανται.
Μρ Ια-22. και αποκριθείς ο Ιησούς λέγει αυτοίς. έχετε πίστιν Θεού.
Μρ Ια-23. αμήν γαρ λέγω υμίν ότι ος αν είπη τω όρει τούτω, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, και μη διακριθή εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύση ότι α λέγει γίνεται, έσται αυτώ ο εάν είπη.
Μρ Ια-24.διά τούτο λέγω υμίν, πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν.
Μρ Ια-25. και όταν στήκετε προσευχόμενοι, αφίετε ει τι έχετε κατά τινός, ίνα και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς αφή υμίν τα παραπτώματα υμών.
Μρ Ια-26. ει δε υμείς ουκ αφίετε, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών.
Στίχοι 27-33. Αποστομωτική απάντησις πρός τους άρχοντας.
Μρ Ια-27. Και έρχονται πάλιν εις Ιεροσόλυμα. και εν τω ιερώ περιπατούντος αυτού έρχονται πρός αυτόν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι
Μρ Ια-28. και λέγουσιν αυτώ. εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; ή τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην ίνα ταύτα ποιής;
Μρ Ια-29. ο δε Ιησούς αποκριθείς είπεν αυτοίς. επερωτήσω υμάς καγώ ένα λόγον, και αποκρίθητε μοι, και ερώ υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ.
Μρ Ια-30. το βάπτισμα Ιωάννου εξ ουρανού ην ή εξ ανθρώπων; αποκρίθητε μοι.
Μρ Ια-31. και ελογίζοντο πρός εαυτούς λέγοντες. εάν είπωμεν, εξ ουρανού, ερεί διατί ουν ουκ επιστεύσατε αυτώ;
Μρ Ια-32. αλλά είπωμεν, εξ ανθρώπων; -- εφοβούντο τον λαόν. άπαντες γαρ είχον τον Ιωάννην ότι προφήτης ην.
Μρ Ια-33. και αποκριθέντες λέγουσι τω Ιησού. ουκ οίδαμεν. και ο Ιησούς αποκριθείς λέγει αυτοίς. ουδέ εγώ λέγω υμίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ.
Κεφάλαιον ΙΒ΄
Στίχοι 1-12. Η παραβολή των κακών γεωργών.
Μρ Ιβ-1. Και ήρξατο αυτοίς εν παραβολαίς λέγειν. αμπελώνα εφύτευσεν άνθρωπος και περιέθηκε φραγμόν και ώρυξεν υπολήνιον και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησε.
Μρ Ιβ-2. και απέστειλε προς τους γεωργούς τω καιρώ δούλον, ίνα παρά των γεωργών λάβη από του καρπού του αμπελώνος.
Μρ Ιβ-3. και λαβόντες αυτόν έδειραν και απέστειλαν κενόν.
Μρ Ιβ-4. και πάλιν απέστειλε πρός αυτούς άλλον δούλον. κακείνον λιθοβολήσαντες εκεφαλαίωσαν και απέστειλαν ητιμωμένον.
Μρ Ιβ-5. και πάλιν άλλον απέστειλε. κακείνον απέκτειναν, και πολλούς άλλους, ους μεν δέροντες, ους δε αποκτέννοντες.
Μρ Ιβ-6. έτι ουν ένα υιόν έχων, αγαπητόν αυτού, απέστειλε και αυτόν έσχατον πρός αυτούς λέγων ότι εντραπήσονται τον υιόν μου.
Μρ Ιβ-7. εκείνοι δε οι γεωργοί, θεασάμενοι αυτόν ερχόμενον, πρός εαυτούς είπον ότι ούτος εστίν ο κληρονόμος. δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν, και ημών έσται η κληρονομία.
Μρ Ιβ-8. και λαβόντες απέκτειναν αυτόν και εξέβαλον αυτόν έξω του αμπελώνος.
Μρ Ιβ-9. τι ουν ποιήσει ο κύριος του αμπελώνος; ελεύσεται και απολέσει τους γεωργούς τούτους, και δώσει τον αμπελώνα άλλοις.
Μρ Ιβ-10. ουδέ την γραφήν ταύτην ανέγνωτε, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας.
Μρ Ιβ-11. παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;
Μρ Ιβ-12. Και εζήτουν αυτόν κρατήσαι, και εφοβήθησαν τον όχλον. έγνωσαν γαρ ότι πρός αυτούς την παραβολήν είπε. και αφέντες αυτόν απήλθον.
Στίχοι 13-27. Και άλλαι αποστομωτικαί απαντήσεις.
Μρ Ιβ-13. Και αποστέλλουσι πρός αυτόν τινάς των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών ίνα αυτόν αγρεύσωσι λόγω.
Μρ Ιβ-14. οι δε ελθόντες λέγουσιν αυτώ. διδάσκαλε, οίδαμεν ότι αληθής ει και ου μέλει σοι περί ουδενός. ου γαρ βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων, αλλ’ επ' αληθείας την οδόν του Θεού διδάσκεις. είπον ουν ημίν. έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ου; δώμεν ή μη δώμεν;
Μρ Ιβ-15. ο δε ειδώς αυτών την υπόκρισιν είπεν αυτοίς. τι με πειράζετε; φέρετε μοι δηνάριον ίνα ίδω.
Μρ Ιβ-16. οι δε ήνεγκαν. και λέγει αυτοίς. τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή; οι δε είπον. Καίσαρος.
Μρ Ιβ-17. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς. απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. και εθαύμασαν επ' αυτώ.
Μρ Ιβ-18. Και έρχονται Σαδδουκαίοι πρός αυτόν, οίτινες λέγουσιν ανάστασιν μη είναι, και επηρώτων αυτόν λέγοντες.
Μρ Ιβ-19. διδάσκαλε, Μωϋσής έγραψεν ημίν ότι εάν τινός αδελφός αποθάνη και καταλίπη γυναίκα, και τέκνα μη αφή, ίνα λάβη ο αδελφός αυτού την γυναίκα αυτού και εξαναστήση σπέρμα τω αδελφώ αυτού.
Μρ Ιβ-20. επτά ουν αδελφοί ήσαν. και ο πρώτος έλαβε γυναίκα, και αποθνήσκων ουκ αφήκε σπέρμα.
Μρ Ιβ-21. και ο δεύτερος έλαβεν αυτήν, και απέθανε, και ουδέ αυτός ουκ αφήκε σπέρμα. και ο τρίτος ωσαύτως.
Μρ Ιβ-22. και έλαβον αυτήν οι επτά, και ουκ αφήκαν σπέρμα. εσχάτη πάντων απέθανε και η γυνή.
Μρ Ιβ-23. εν τη ουν αναστάσει, όταν αναστώσι, τίνος αυτών έσται γυνή; οι γαρ επτά έσχον αυτήν γυναίκα.
Μρ Ιβ-24. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς. ου δια τούτο πλανάσθε, μη ειδότες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού;
Μρ Ιβ-25. όταν γαρ εκ νεκρών αναστώσιν, ούτε γαμούσιν ούτε γαμίζονται, αλλ’ εισίν ως άγγελοι οι εν τοις ουρανοίς.
Μρ Ιβ-26. περί δε των νεκρών ότι εγείρονται, ουκ ανέγνωτε εν τη βίβλω Μωϋσέως, επί του βάτου πώς είπεν αυτώ ο Θεός λέγων, εγώ ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ;
Μρ Ιβ-27. ουκ έστιν ο Θεός νεκρών, αλλά ζώντων. υμείς ουν πολύ πλανάσθε.
Στίχοι 28-34. Η εντολή της αγάπης.
Μρ Ιβ-28. Και προσελθών εις των γραμματέων, ακούσας αυτών συζητούντων, ιδών ότι καλώς αυτοίς απεκρίθη, επηρώτησεν αυτόν. ποία εστί πρώτη πάντων εντολή;
Μρ Ιβ-29. ο δε Ιησούς απεκρίθη αυτώ, ότι πρώτη πάντων εντολή. άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις έστι.
Μρ Ιβ-30. και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. αύτη πρώτη εντολή.
Μρ Ιβ-31. Και δευτέρα ομοία, αύτη, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. μείζων τούτων άλλη εντολή ουκ έστι.
Μρ Ιβ-32. και είπεν αυτώ ο γραμματεύς. καλώς, διδάσκαλε! επ’ αληθείας είπας ότι εις έστι και ουκ έστιν άλλος πλην αυτού.
Μρ Ιβ-33. και το αγαπάν αυτόν εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της συνέσεως και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της ισχύος, και το αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν πλείον εστί πάντων των ολοκαυτωμάτων και θυσιών.
Μρ Ιβ-34. και ο Ιησούς ιδών ότι νουνεχώς απεκρίθη, είπεν αυτώ. ου μακράν ει από της βασιλείας του Θεού. και ουδείς ουκέτι ετόλμα αυτόν επερωτήσαι.
Στίχοι 35-40. Έλεγχος των γραμματέων.
Μρ Ιβ-35. Και αποκριθείς ο Ιησούς έλεγε διδάσκων εν τω ιερώ. πώς λέγουσιν οι γραμματείς ότι ο Χριστός υιός Δαυΐδ έστι;
Μρ Ιβ-36. αυτός γαρ Δαυΐδ είπεν εν Πνεύματι Αγίω. λέγει ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου έως αν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.
Μρ Ιβ-37. αυτός ουν Δαυΐδ λέγει αυτόν Κύριον. και πόθεν υιός αυτού έστι; και ο πολύς όχλος ήκουεν αυτού ηδέως.
Μρ Ιβ-38. Και έλεγεν αυτοίς εν τη διδαχή αυτού. βλέπετε από των γραμματέων των θελόντων εν στολαίς περιπατείν και ασπασμούς εν ταις αγοραίς
Μρ Ιβ-39. και πρωτοκαθεδρίρς εν ταις συναγωγαίς και πρωτοκλισίας εν τοις δείπνοις.
Μρ Ιβ-40. οι κατεσθίοντες τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι! ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα.
Στίχοι 41-44. Το δίλεπτον της χήρας.
Μρ Ιβ-41. Και καθίσας ο Ιησούς κατέναντι του γαζοφυλακίου εθεώρει πώς ο όχλος βάλλει χαλκόν εις το γαζοφυλάκιον.
Μρ Ιβ-42. και πολλοί πλούσιοι έβαλλον πολλά. και ελθούσα μία χήρα πτωχή, έβαλε λεπτά δύο, ο έστι κοδράντης.
Μρ Ιβ-43. και προσκαλεσάμενος τους μαθητάς αυτού είπεν αυτοίς. αμήν λέγω υμίν ότι η χήρα η πτωχή αύτη πλείον πάντων έβαλε των βαλλόντων εις το γαζοφυλάκιον.
Μρ Ιβ-44. πάντες γαρ εκ του περισσεύοντος αυτοίς έβαλον. αύτη δε εκ της υστερήσεως αυτής πάντα όσα είχεν έβαλεν, όλον τον βίον αυτής.
Κεφάλαιον ΙΓ΄
Στίχοι 1-23. Προφητεία του Κυρίου δια την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ και την συντέλειαν του κόσμου.
Μρ Ιγ-1. Και εκπορευομένου αυτού εκ του ιερού λέγει αυτώ εις των μαθητών αυτού διδάσκαλε, ίδε ποταποί λίθοι και ποταπαί οικοδομαί.
Μρ Ιγ-2. και ο Ιησούς αποκριθείς είπεν αυτώ. βλέπεις ταύτας τας μεγάλας οικοδομάς; ου μη αφεθή ώδε λίθος επί λίθον ος ου μη καταλυθή.
Μρ Ιγ-3. Και καθημένου αυτού εις το όρος των ελαιών κατέναντι του ιερού, επηρώτων αυτόν κατ’ ιδίαν Πέτρος και Ιάκωβος και Ιωάννης και Ανδρέας.
Μρ Ιγ-4. ειπέ ημίν πότε ταύτα έσται, και τι το σημείον όταν μέλλη πάντα ταύτα συντελείσθαι;
Μρ Ιγ-5. ο δε Ιησούς αποκριθείς ήρξατο λέγειν αυτοίς. βλέπετε μη τις υμάς πλανήση.
Μρ Ιγ-6. πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματι μου λέγοντες ότι εγώ είμι, και πολλούς πλανήσουσιν.
Μρ Ιγ-7. όταν δε ακούσητε πολέμους και ακοάς πολέμων, μη θροείσθε. δει γαρ γενέσθαι, αλλ’ ούπω το τέλος.
Μρ Ιγ-8. εγερθήσεται γαρ έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν, και έσονται σεισμοί κατά τόπους, και έσονται λιμοί και ταραχαί.
Μρ Ιγ-9. αρχαί ωδίνων ταύτα. Βλέπετε δε υμείς εαυτούς. παραδώσουσι γαρ υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών δαρήσεσθε, και επί ηγεμόνων και βασιλέων σταθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς.
Μρ Ιγ-10. και εις πάντα τα έθνη δει πρώτον κηρυχθήναι το ευαγγέλιον.
Μρ Ιγ-11. όταν δε αγάγωσιν υμάς παραδιδόντες, μη προμεριμνάτε τι λαλήσητε, μηδέ μελετάτε, αλλ’ ο εάν δοθή υμίν εν εκείνη τη ώρα, τούτο λαλείτε. ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα το Άγιον.
Μρ Ιγ-12. παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς.
Μρ Ιγ-13. και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομα μου. ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται.
Μρ Ιγ-14. Όταν δε ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως το ρηθέν υπό Δανιήλ του προφήτου εστώς όπου ου δει -- ο αναγινώσκων νοείτω -- τότε οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη,
Μρ Ιγ-15. ο δε επί του δώματος μη καταβάτω εις την οικίαν μηδέ εισελθέτω άραι τι εκ της οικίας αυτού,
Μρ Ιγ-16. και ο εις τον αγρόν ων μη επιστρεψάτω εις τα οπίσω άραι το ιμάτιον αυτού.
Μρ Ιγ-17. ουαί δε ταις εν γαστρί εχούσαις και ταις θηλαζούσαις εν εκείναις ταις ημέραις.
Μρ Ιγ-18. προσεύχεσθε δε ίνα μη γένηται η φυγή υμών χειμώνος.
Μρ Ιγ-19. έσονται γαρ αι ημέραι εκείναι θλίψις, οία ου γέγονε τοιαύτη απ’ αρχής κτίσεως ης έκτισεν ο Θεός έως του νυν και ου μη γένηται.
Μρ Ιγ-20. και ει μη εκολόβωσε Κύριος τας ημέρας, ουκ αν εσώθη πάσα σαρξ. αλλά δια τους εκλεκτούς ους εξελέξατο εκολόβωσε τας ημέρας.
Μρ Ιγ-21. και τότε εάν τις υμίν είπη, ιδού ώδε ο Χριστός, ιδού εκεί, μη πιστεύετε.
Μρ Ιγ-22. εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία και τέρατα πρός το αποπλανάν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς.
Μρ Ιγ-23. υμείς δε βλέπετε. ιδού προείρηκα υμίν άπαντα.
Στίχοι 24-31. Σημεία και τέρατα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου.
Μρ Ιγ-24. Αλλ’ εν εκείναις ταις ημέραις, μετά την θλίψιν εκείνην ο ήλιος σκοτισθήσεται, και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής.
Μρ Ιγ-25. και οι αστέρες έσονται εκ του ουρανού πίπτοντες, και αι δυνάμεις αι εν τοις ουρανοίς σαλευθήσονται.
Μρ Ιγ-26. και τότε όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν νεφέλαις μετά δυνάμεως πολλής και δόξης.
Μρ Ιγ-27. και τότε αποστελεί τους αγγέλους αυτού και επισυνάξει τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων, απ’ άκρου της γης έως άκρου του ουρανού.
Μρ Ιγ-28. Από δε της συκής μάθετε την παραβολήν. όταν αυτής ο κλάδος γένηται απαλός και εκφύη τα φύλλα, γινώσκετε ότι εγγύς το θέρος εστίν.
Μρ Ιγ-29. ούτω και υμείς, όταν ίδητε ταύτα γινόμενα, γινώσκετε ότι εγγύς έστιν επί θύραις.
Μρ Ιγ-30. αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γενεά αύτη μέχρις ου πάντα ταύτα γένηται.
Μρ Ιγ-31. ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε εμοί λόγοι ου μη παρελεύσονται.
Στίχοι 32-37. Άγνωστος η ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου.
Μρ Ιγ-32. Περί δε της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο υιός, ει μη ο πατήρ.
Μρ Ιγ-33. Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. ουκ οίδατε γαρ πότε ο καιρός έστιν.
Μρ Ιγ-34. ως άνθρωπος απόδημος, αφείς την οικίαν αυτού, και δους τοις δούλοις αυτού την εξουσίαν, και εκάστω το έργον αυτού και τω θυρωρώ ενετείλατο ίνα γρηγορή.
Μρ Ιγ-35. γρηγορείτε ουν. ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται, οψέ ή μεσονυκτίου ή αλεκτοροφωνίας ή πρωΐ.
Μρ Ιγ-36. μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας.
Μρ Ιγ-37. α δε υμίν λέγω, πάσι λέγω. γρηγορείτε.
Κεφάλαιον ΙΔ΄
Στίχοι 1-9. Συνωμοσία κατά του Χριστού. Το μύρον της Βηθανίας.
Μρ Ιδ-1. Ην δε το πάσχα και τα άζυμα μετά δύο ημέρας. και εζήτουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πώς αυτόν εν δόλω κρατήσαντες αποκτείνωσιν.
Μρ Ιδ-2. έλεγον δε μη εν τη εορτή, μήποτε θόρυβος έσται του λαού.
Μρ Ιδ-3. Και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς, και συντρίψασα το αλάβαστρον κατέχεεν αυτού κατά της κεφαλής.
Μρ Ιδ-4. ήσαν δε τινές αγανακτούντες πρός εαυτούς λέγοντες εις τι η απώλεια αύτη του μύρου γέγονεν;
Μρ Ιδ-5. ηδύνατο γαρ τούτο το μύρον πραθήναι επάνω τριακοσίων δηναρίων και δοθήναι τοις πτωχοίς. και ενεβριμώντο αυτή.
Μρ Ιδ-6. ο δε Ιησούς είπεν άφετε αυτήν. τι αυτή κόπους παρέχετε; καλόν έργον ειργάσατο εν εμοί.
Μρ Ιδ-7. πάντοτε γαρ τους πτωχούς έχετε μεθ’ εαυτών, και όταν θέλητε δύνασθε αυτούς ευ ποιήσαι. εμέ δε ου πάντοτε έχετε.
Μρ Ιδ-8. ο έσχεν αύτη εποίησε. προέλαβε μυρίσαι μου το σώμα εις τον ενταφιασμόν.
Μρ Ιδ-9. αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εις όλον τον κόσμον, και ο εποίησεν αύτη λαληθήσεται εις μνημόσυνον αυτής.
Στίχοι 10-21. Η ετοιμασία δια το Πάσχα και ο προδότης.
Μρ Ιδ-10. Και Ιούδας ο Ισκαριώτης, εις των δώδεκα, απήλθε πρός τους αρχιερείς, ίνα παραδώ αυτόν αυτοίς.
Μρ Ιδ-11. οι δε ακούσαντες εχάρησαν, και επηγγείλαντο αυτώ αργύρια δούναι. και εζήτει πώς ευκαίρως αυτόν παραδώ.
Μρ Ιδ-12. Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε το πάσχα έθυον, λέγουσιν αυτώ οι μαθηταί αυτού. πού θέλεις απελθόντες ετοιμάσωμεν ίνα φάγεις το πάσχα;
Μρ Ιδ-13. και αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού και λέγει αυτοίς. υπάγετε εις την πόλιν, και απαντήσει υμίν άνθρωπος κεράμιον ύδατος βαστάζων. ακολουθήσατε αυτώ,
Μρ Ιδ-14. και όπου εάν εισέλθη, είπατε τω οικοδεσπότη ότι ο διδάσκαλος λέγει. πού έστι το κατάλυμα μου όπου το πάσχα μετά των μαθητών μου φάγω;
Μρ Ιδ-15. και αυτός υμίν δείξει ανώγαιον μέγα εστρωμένον έτοιμον. εκεί ετοιμάσατε ημίν.
Μρ Ιδ-16. και εξήλθον οι μαθηταί αυτού και ήλθον εις την πόλιν, και εύρον καθώς είπεν αυτοίς, και ητοίμασαν το πάσχα.
Μρ Ιδ-17. Και οψίας γενομένης έρχεται μετά των δώδεκα.
Μρ Ιδ-18. και ανακειμένων αυτών και εσθιόντων είπεν ο Ιησούς. αμήν λέγω υμίν ότι εις εξ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού.
Μρ Ιδ-19. οι δε ήρξαντο λυπείσθαι και λέγειν αυτώ εις καθ’ εις. μήτι εγώ; και άλλος. μήτι εγώ;
Μρ Ιδ-20. ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς. εις εκ των δώδεκα, ο εμβαπτόμενος μετ’ εμού εις το τρυβλίον.
Μρ Ιδ-21. ο μεν υιός του ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί αυτού. ουαί δε τω ανθρώπω εκείνω, δι ου ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται. καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος.
Στίχοι 22-25. Το Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας.
Μρ Ιδ-22. Και εσθιόντων αυτών λαβών ο Ιησούς άρτον ευλογήσας έκλασε και έδωκεν αυτοίς και είπε. λάβετε φάγετε. τούτο εστί το σώμα μου.
Μρ Ιδ-23.και λαβών το ποτήριον ευχαριστήσας έδωκεν αυτοίς, και έπιον εξ αυτού πάντες.
Μρ Ιδ-24. και είπεν αυτοίς. τούτο εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον.
Μρ Ιδ-25. αμήν λέγω υμίν ότι ουκέτι ου μη πίω εκ του γεννήματος της αμπέλου έως της ημέρας εκείνης όταν αυτό πίνω καινόν εν τη βασιλεία του Θεού.
Στίχοι 26-31. Ο Κύριος και οι μαθηταί εις το όρος των Ελαιών. Προλέγει τον διασκορπισμόν των και την άρνησιν του Πέτρου.
Μρ Ιδ-26. Και υμνήσαντες εξήλθον εις το όρος των ελαιών.
Μρ Ιδ-27. και λέγει αυτοίς ο Ιησούς ότι πάντες σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί εν τη νυκτί ταύτη. ότι γέγραπται, πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα.
Μρ Ιδ-28. αλλά μετά το εγερθήναι με προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν.
Μρ Ιδ-29. ο δε Πέτρος έφη αυτώ. και ει πάντες σκανδαλισθήσονται, αλλ’ ουκ εγώ.
Μρ Ιδ-30. και λέγει αυτώ ο Ιησούς. αμήν λέγω σοι ότι συ σήμερον εν τη νυκτί ταύτη πριν ή δις αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με.
Μρ Ιδ-31. ο δε Πέτρος εκ περισσού έλεγε μάλλον. εάν με δέη συναποθανείν σοι, ου μη σε απαρνήσομαι. ωσαύτως δε και πάντες έλεγον.
Στίχοι 32-42. Η αγωνία της Γεθσημανή.
Μρ IΔ-32. Και έρχονται εις χωρίον ου το όνομα Γεθσημανή, και λέγει τοις μαθηταίς αυτού. καθίσατε ώδε έως προσεύξωμαι.
Μρ Ιδ-33. και παραλαμβάνει τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην μεθ’ εαυτού, και ήρξατο εκθαμβείσθαι και αδημονείν.
Μρ Ιδ-34. και λέγειν αυτοίς. περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου μείνατε ώδε και γρηγορείτε.
Μρ Ιδ-35. και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον επί της γης, και προσηύχετο ίνα, ει δυνατόν έστι, παρέλθη απ’ αυτού η ώρα.
Μρ Ιδ-36. και έλεγεν. αββά, ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι παρένεγκε το ποτήριον απ’ εμού τούτο. αλλ’ ου τι εγώ θέλω, αλλ ει τι συ.
Μρ Ιδ-37. και έρχεται και ευρίσκει αυτούς καθεύδοντας, και λέγει τω Πέτρω. Σίμων, καθεύδεις; ουκ ισχύσατε μίαν ώραν γρηγορήσαι;
Μρ Ιδ-38. γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν. το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής.
Μρ Ιδ-39. και πάλιν απελθών προσηύξατο τον αυτόν λόγον ειπών.
Μρ Ιδ-40. και υποστρέψας εύρεν αυτούς πάλιν καθεύδοντας. ήσαν γαρ οι οφθαλμοί αυτών καταβαρυνόμενοι, και ουκ ήδεισαν τι αποκριθώσιν αυτώ.
Μρ Ιδ-41. και έρχεται το τρίτον και λέγει αυτοίς. καθεύδετε λοιπόν και αναπαύεσθε! απέχει ήλθεν η ώρα. ιδού παραδίδοται ο υιός του ανθρώπου εις τας χείρας των αμαρτωλών.
Μρ Ιδ-42. εγείρεσθε, άγωμεν. ιδού ο παραδιδούς με ήγγικε.
Στίχοι 43-52. Η προδοσία του Ιούδα και η σύλληψις του Ιησού.
Μρ Ιδ-43. Και ευθέως, έτι αυτού λαλούντος, παραγίνεται Ιούδας ο Ισκαριώτης, εις των δώδεκα, και μετ’ αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων, απεσταλμένοι παρά των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων.
Μρ Ιδ-44. δεδώκει δε ο παραδιδούς αυτόν σύσσημον αυτοίς λέγων. ον αν φιλήσω, αυτός έστι. κρατήσατε αυτόν και απαγάγετε ασφαλώς.
Μρ Ιδ-45. και ελθών ευθέως προσελθών αυτώ λέγει. χαίρε, ραββί, και κατεφίλησεν αυτόν.
Μρ Ιδ-46. οι δε επέβαλον επ' αυτόν τας χείρας αυτών και εκράτησαν αυτόν.
Μρ Ιδ-47. Εις δε τις των παρεστηκότων σπασάμενος την μάχαιραν έπαισε τον δούλον του αρχιερέως και αφείλεν αυτού το ωτίον.
Μρ Ιδ-48. και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς. ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων συλλαβείν με.
Μρ Ιδ-49. καθ’ ημέραν πρός υμάς ήμην εν τω ιερώ διδάσκων, και ουκ εκρατήσατε με. αλλ’ ίνα πληρωθώσιν αι γραφαί.
Μρ Ιδ-50. και αφέντες αυτόν έφυγον πάντες.
Μρ Ιδ-51. Και εις τις νεανίσκος ηκολούθησεν αυτώ, περιβεβλημένος σινδόνα επί γυμνού. και κρατούσιν αυτόν οι νεανίσκοι.
Μρ Ιδ-52. ο δε καταλιπών την σινδόνα γυμνός έφυγεν απ’ αυτών.
Στίχοι 53-65. Ο Ιησούς ενώπιον του συνεδρίου. Καταδίκη εις Θάνατον.
Μρ Ιδ-53. Και απήγαγον τον Ιησούν πρός τον αρχιερέα. και συνέρχονται αυτώ πάντες οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς.
Μρ Ιδ-54. και ο Πέτρος από μακρόθεν ηκολούθησεν αυτώ έως έσω εις την αυλήν του αρχιερέως, και ην συγκαθήμενος μετά των υπηρετών και θερμαινόμενος πρός το φως.
Μρ Ιδ-55. οι δε αρχιερείς και όλον το συνέδριον εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν εις το θανατώσαι αυτόν, και ουχ εύρισκον.
Μρ Ιδ-56. πολλοί γαρ εψευδομαρτύρουν κατ’ αυτού, και ίσαι αι μαρτυρίαι ουκ ήσαν.
Μρ Ιδ-57. και τινές αναστάντες εψευδομαρτύρουν κατ’ αυτού λέγοντες,
Μρ Ιδ-58. ότι ημείς ηκούσαμεν αυτού λέγοντος, ότι εγώ καταλύσω τον ναόν τούτον τον χειροποίητον και δια τριών ημερών άλλον αχειροποίητον οικοδομήσω.
Μρ Ιδ-59. και ουδέ ούτως ίση ην η μαρτυρία αυτών.
Μρ Ιδ-60. και αναστάς ο αρχιερεύς εις το μέσον επηρώτα τον Ιησούν λέγων. ουκ αποκρίνη ουδέν; τι ούτοι σου καταμαρτυρούσιν;
Μρ Ιδ-61. ο δε εσιώπα και ουδέν απεκρίνατο. πάλιν ο αρχιερεύς επηρώτα αυτόν και λέγει αυτώ. συ ει ο Χριστός ο υιός του ευλογητού;
Μρ Ιδ-62. ο δε Ιησούς είπεν. εγώ είμι. και όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου εκ δεξιών καθήμενον της δυνάμεως και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού.
Μρ Ιδ-63. ο δε αρχιερεύς διαρρήξας τους χιτώνας αυτού λέγει. τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;
Μρ Ιδ-64. ηκούσατε πάντως της βλασφημίας. τι υμίν φαίνεται; οι δε πάντες κατέκριναν αυτόν είναι ένοχον θανάτου.
Μρ Ιδ-65. Και ήρξαντο τινές εμπτύειν αυτώ και περικαλύπτειν το πρόσωπον αυτού και κολαφίζειν αυτόν και λέγειν αυτώ. προφήτευσον ημίν τις έστιν ο παίσας σε. και οι υπηρέται ραπίσμασιν αυτόν έβαλον.
Στίχοι 66-72. Η άρνησις του Πέτρου.
Μρ Ιδ-66. Και όντος του Πέτρου κάτω εν τη αυλή έρχεται μία των παιδισκών του αρχιερέως,
Μρ Ιδ-67. και ιδούσα τον Πέτρον θερμαινόμενον εμβλέψασα αυτώ λέγει. και συ μετά του Ιησού του Ναζαρηνού ήσθα.
Μρ Ιδ-68. ο δε ηρνήσατο λέγων. ουκ οίδα ουδέ επίσταμαι τι συ λέγεις. και εξήλθεν έξω εις το προαύλιον, και αλέκτωρ εφώνησε.
Μρ Ιδ-69. και η παιδίσκη ιδούσα αυτόν πάλιν ήρξατο λέγειν τοις παρεστηκόσιν, ότι ούτος εξ αυτών έστιν.
Μρ Ιδ-70. ο δε πάλιν ηρνείτο. και μετά μικρόν πάλιν οι παρεστώτες έλεγον τω Πέτρω αληθώς εξ αυτών ει. και γαρ Γαλιλαίος ει και η λαλιά σου ομοιάζει.
Μρ Ιδ-71. ο δε ήρξατο αναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον τούτον ον λέγετε.
Μρ Ιδ-72. και εκ δευτέρου αλέκτωρ εφώνησε, και ανεμνήσθη ο Πέτρος το ρήμα ο είπεν αυτώ ο Ιησούς ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι δις, απαρνήση με τρις, και επιβαλών έκλαιε.
Κεφάλαιον ΙΕ΄
Στίχοι 1-13. Ο Ιησούς προ του Πιλάτου.
Μρ Ιε-1. Και ευθέως επί το πρωΐ συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησούν απήνεγκαν και παρέδωκαν τω Πιλάτω.
Μρ Ιε-2. και επηρώτησεν αυτόν ο Πιλάτος. συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ. συ λέγεις.
Μρ Ιε-3. και κατηγόρουν αυτού οι αρχιερείς πολλά, αυτός δε ουδέν απεκρίνατο.
Μρ Ιε-4. ο δε Πιλάτος πάλιν επηρώτα αυτόν λέγων. ουκ αποκρίνη ουδέν; ίδε πόσα σου καταμαρτυρούσιν.
Μρ Ιε-5. ο δε Ιησούς ουκέτι ουδέν απεκρίθη, ώστε θαυμάζειν τον Πιλάτον.
Μρ Ιε-6. Κατά δε εορτήν απέλυεν αυτοίς ένα δέσμιον, όνπερ ητούντο.
Μρ Ιε-7. ην δε ο λεγόμενος Βαραββάς μετά των συστασιαστών δεδεμένος, οίτινες εν τη στάσει φόνον πεποιήκεισαν.
Μρ Ιε-8. και αναβοήσας ο όχλος ήρξατο αιτήσθαι καθώς αεί εποίει αυτοίς.
Μρ Ιε-9. ο δε Πιλάτος απεκρίθη αυτοίς λέγων. θέλετε απολύσω υμίν τον βασιλέα των Ιουδαίων;
Μρ Ιε-10. εγίνωσκε γαρ ότι δια φθόνον παραδεδώκεισαν αυτόν οι αρχιερείς.
Μρ Ιε-11. οι δε αρχιερείς ανέσεισαν τον όχλον ίνα μάλλον τον Βαραββάν απολύση αυτοίς.
Μρ Ιε-12. ο δε Πιλάτος αποκριθείς πάλιν είπεν αυτοίς. τι ουν θέλετε ποιήσω ον λέγετε τον βασιλέα των Ιουδαίων;
Μρ Ιε-13. οι δε πάλιν έκραξαν. σταύρωσον αυτόν.
Μρ Ιε-14. ο δε Πιλάτος έλεγεν αυτοίς. τι γαρ εποίησε κακόν; οι δε περισσοτέρως έκραξαν. σταύρωσον αυτόν.
Μρ Ιε-15. ο δε Πιλάτος βουλόμενος τω όχλω το ικανόν ποιήσαι, απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, και παρέδωκε τον Ιησούν φραγγελώσας ίνα σταυρωθή.
Στίχοι 16-19. Ο Ιησούς χλευάζεται υπό των στρατιωτών.
Μρ Ιε-16. Οι δε στρατιώται απήγαγον αυτόν έσω της αυλής, ο έστι πραιτώριον, και συγκαλούσιν όλην την σπείραν.
Μρ Ιε-17. και ενδύουσιν αυτόν πορφύραν και περιτιθέασιν αυτώ πλέξαντες ακάνθινον στέφανον.
Μρ Ιε-18. και ήρξαντο ασπάζεσθαι αυτόν. χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
Μρ Ιε-19. και έτυπτον αυτού την κεφαλήν καλάμω και ενέπτυον αυτώ, και τιθέντες τα γόνατα προσεκύνουν αυτώ.
Στίχοι 20-39. Η σταύρωσις και ο θάνατος του Ιησού. Ο εκατόνταρχος.
Μρ Ιε-20. και ότε ενέπαιξαν αυτώ, εξέδυσαν αυτόν την πορφύραν και ενέδυσαν αυτόν τα ιμάτια τα ίδια, και εξάγουσιν αυτόν ίνα σταυρώσωσιν αυτόν.
Μρ Ιε-21. και αγγαρεύουσι παράγοντα τινά Σίμωνα Κυρηναίον, ερχόμενον απ’ αγρού, τον πατέρα Αλεξάνδρου και Ρούφου, ίνα άρη τον σταυρόν αυτού.
Μρ Ιε-22. Και φέρουσιν αυτόν επί Γολγοθά τόπον, ο έστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.
Μρ Ιε-23. και εδίδουν αυτώ πιείν εσμυρνισμένον οίνον. ο δε ουκ έλαβε.
Μρ Ιε-24. και σταυρώσαντες αυτόν διεμερίζονται τα ιμάτια αυτού βάλλοντες κλήρον επ’ αυτά τις τι άρη.
Μρ Ιε-25. ην δε ώρα τρίτη και εσταύρωσαν αυτόν.
Μρ Ιε-26. και ην η επιγραφή της αιτίας αυτού επιγεγραμμένη. ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
Μρ Ιε-27. Και συν αυτώ σταυρούσι δύο ληστάς, ένα εκ δεξιών και ένα εξ ευωνύμων αυτού.
Μρ Ιε-28. και επληρώθη η γραφή η λέγουσα. και μετά ανόμων ελογίσθη.
Μρ Ιε-29. Και οι παραπορευόμενοι εβλασφήμουν αυτόν κινούντες τας κεφαλάς αυτών και λέγοντες. ουά, ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών!
Μρ Ιε-30. σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού.
Μρ Ιε-31. ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες πρός αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον. άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι.
Μρ Ιε-32. ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ, καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ. και οι συνεσταυρωμένοι αυτώ ωνείδιζον αυτόν.
Μρ Ιε-33. Γενομένης δε ώρας έκτης σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης.
Μρ Ιε-34. και τη ώρα τη ενάτη εβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων. Ελωΐ, Ελωΐ, λιμά σαβαχθανί; ο έστι μεθερμηνευόμενον, ο Θεός μου, ο Θεός μου, εις τι με εγκατέλιπες;
Μρ Ιε-35. και τινές των παρεστηκότων ακούσαντες έλεγον. ίδε Ηλίαν φωνεί.
Μρ Ιε-36. δραμών δε εις και γεμίσας σπόγγον όξους περιθείς τε καλάμω επότιζεν αυτόν λέγων. άφετε ίδωμεν ει έρχεται Ηλίας καθελείν αυτόν.
Μρ Ιε-37. ο δε Ιησούς αφείς φωνήν μεγάλην εξέπνευσε.
Μρ Ιε-38. Και το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω.
Μρ Ιε-39. Ιδών δε ο κεντυρίων ο παρεστηκώς εξ εναντίας αυτού ότι ούτω κράξας εξέπνευσεν, είπεν. αληθώς ο άνθρωπος ούτος υιός ην Θεού.
Στίχοι 40-47. Αι ευσεβείς γυναίκες. Ο Ιωσήφ ενταφιάζει τον Λυτρωτήν.
Μρ Ιε-40. Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι, εν αίς ην και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ, και Σαλώμη,
Μρ Ιε-41. Αι και ότε ην εν τη Γαλιλαία ηκολούθουν αυτώ και διηκόνουν αυτώ, και άλλαι πολλαί αι συναναβάσαι αυτώ εις Ιεροσόλυμα.
Μρ Ιε-42. Και ήδη οψίας γενομένης, επί ην παρασκευή, ο έστι προσάββατον,
Μρ Ιε-43. ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ος και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθε πρός Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού.
Μρ Ιε-44. ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε.
Μρ Ιε-45. και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ.
Μρ Ιε-46. και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου.
Μρ Ιε-47. η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν πού τίθεται.
Κεφάλαιον ΙΣΤ΄
Στίχοι 1-8. Αι Μυροφόροι εις τον τάφον. Αγγελικόν μήνυμα περί της Αναστάσεως του Κυρίου.
Μρ Ιστ-1. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν.
Μρ Ιστ-2. και λίαν πρωΐ της μιάς σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου.
Μρ Ιστ-3. και έλεγον πρός εαυτάς. τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;
Μρ Ιστ-4. και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος. ην γαρ μέγας σφόδρα.
Μρ Ιστ-5. και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν.
Μρ Ιστ-6.ο δε λέγει αυταίς μη εκθαμβείσθε. Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε. ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν.
Μρ Ιστ-7. αλλ’ υπάγετε είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν.
Μρ Ιστ-8. και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου. είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον. εφοβούντο γαρ.
Στίχοι 9-20. Εμφανίσεις του αναστάντος Κυρίου. Εντολαί και εξουσίαι εις τους μαθητάς. Ανάληψις του Κυρίου.
Μρ Ιστ-9. Αναστάς δε πρωΐ πρώτη σαββάτου εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή, αφ’ ης εκβεβλήκει επτά δαιμόνια.
Μρ Ιστ-10. εκείνη πορευθείσα απήγγειλε τοις μετ’ αυτού γενομένοις, πενθούσι και κλαίουσι.
Μρ Ιστ-11. κακείνοι ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη υπ’ αυτής, ηπίστησαν.
Μρ Ιστ-12. Μετά δε ταύτα δυσίν εξ αυτών περιπατούσιν εφανερώθη εν ετέρα μορφή, πορευμένοις εις αγρόν.
Μρ Ιστ-13. κακείνοι απελθόντες απήγγειλαν τοις λοιποίς. ουδέ εκείνοις επίστευσαν.
Μρ Ιστ-14. Ύστερον ανακειμένοις αυτοίς τοις ένδεκα εφανερώθη, και ωνείδισε την απιστίαν αυτών και σκληροκαρδίαν, ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένον ουκ επίστευσαν.
Μρ Ιστ-15. και είπεν αυτοίς. πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει.
Μρ Ιστ-16. ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται.
Μρ Ιστ-17. σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει. εν τω ονόματι μου δαιμόνια εκβαλούσι. γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς.
Μρ Ιστ-18. όφεις αρούσι. καν θανάσιμον τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει. επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι, και καλώς έξουσιν.
Μρ Ιστ-19. Ο μεν ουν Κύριος μετά το λαλήσαι αυτοίς ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού.
Μρ Ιστ-20. εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και το λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων. αμήν.
γαζοφυλακίου : Το γαζοφυλάκιον: Το θησαυροφυλάκιον, εις το οποίον από της εποχής του Μωυσέως και εντεύθεν εφυλάσσοντο τά χρήματα -προσφοραί των πιστών- τά προοριζόμενα διά τάς ανάγκας του Ναού. Λεγόταν και κορβανάς.
λεπτά : Λεπτόν ελαχίστης αξίας νόμισμα, 336 λεπτά ισοδυναμούσαν μία δραχμή.
νάρδου : Νάρδος, αρωματικόν φυτόν των Ινδιών, από το οποίον εξήγετο το ομώνυμον πολύτιμον μύρον.
φραγγελώσας: Φραγγέλιον: Ράβδος ή μαστίγιον. Φαίνεται ότι μαστίγιον έκ σχοινίων απλώς εχρησιμοποίησε ο Κύριος, διά να εκδιώξη από τον ναόν τά πρόβατα, τους πωλούντας και αγοράζωντας. Το ρωμαϊκόν φραγγέλιον, το οποίον εχρησιμοποιείτο εναντίον καταδικασθέντων εις θάνατον προς βασανισμόν των και ως προΐμιον της εκτελέσεως, ήτο πολύ φοβερόν. Απετελείτο από ακαθόριστο αριθμών λεπτών χορδών και ιμάντων ή από νευράς βοών , κατά μήκος των οποίων ησαν προσδεδεμένα σφαιρίδια μολύβδου ή σιδήρου ή τεμάχια σκληρών οστών. Το φραγγέλιον καθώς κατεφέρετο με ορμήν επί του γυμνού και δεμένου εις την στήλην καταδίκου, εχάρασε το δέρμα, απέσπα τεμάχια κρέατος, άφινε γυμνά εις πολλά σημεία τά οστά, επροκάλει ακατάσχετον αιμοραγίαν και επέφερε οξύν πόνον και τοιαύτη εξάντλησιν, ώστε πολλοί κατάδικοι απέθνησκον.
καταπέτασμα :Είς τον ναόν του Σολομώντος υπήρχον δύο παραπετάσματα, το έν εχώριζε τά άγια των αγίων από τά άγια και το έτερον, κρεμάμενον εμπρός εις την είσοδο του ναού, έκρυπτε τά άγια από τον λαόν. Και τά δύο καταπετάσματα ήσαν καλλιτεχνικώτατα επεξειργασμένα. Το εξωτερικόν καταπέτασμα του ναού την εποχή του Κυρίου ήτο πολύτιμος βαβυλωνιακός τάπης, ύψους 5 πήχεων και πλάτους 16, κεντημένος με πολυχρώμους παραστάσεις..-