ΑΡΦΑΡΑ-ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

ΑΡΦΑΡΑ-ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ-ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Ξένες δημοσιεύσεις *

ΞΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ :

Συνάντηση με τον πρωθυπουργό ζητεί ο Α. Σαμαράς
Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς ζήτησε, με επιστολή του, συνάντηση με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της ελληνικής οικονομίας αλλά και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά.
Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς ζήτησε, με επιστολή του, συνάντηση με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της ελληνικής οικονομίας αλλά και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά. «Ο πρόεδρος της ΝΔ πιστεύει ότι η κρισιμότητα των περιστάσεων πρέπει να αντιμετωπιστεί σε μια βάση εθνικής υπευθυνότητας και εθνικής συνεννόησης», δήλωσε ο εκπρόσωπος του κόμματος Πάνος Παναγιωτόπουλος. Ο διευθυντής του γραφείου του προέδρου της ΝΔ Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, επικοινώνησε τηλεφωνικά με το διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού Νίκο Αθανασάκη και εν συνεχεία με τον υπουργό Επικρατείας Χάρη Παμπούκη και ζήτησε τη συνάντηση των δυο αρχηγών. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της ΝΔ Π. Παναγιωτόπουλος άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Παπακωνσταντίνου χειρίζονται τις εξελίξεις στην οικονομία. Την ώρα που ο κ. Παπανδρέου ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν ζητάει οικονομική βοήθεια, αλλά πολιτική στήριξη και χρόνο για να μπορεί να δανείζεται με τους όρους που δανείζονται άλλες χώρες, ο καθ' ύλην αρμόδιος υπουργός Οικονομικών παρομοίαζε στις Βρυξέλλες την Ελλάδα και την ελληνική οικονομία με τον Τιτανικό, ανέφερε ο κ. Παναγιωτόπουλος. «Είναι ξεκάθαρο ότι ο πρωθυπουργός, από τη Μόσχα και ο υπουργός Οικονομικών, από τις Βρυξέλλες, στέλνουν εντελώς αντιφατικά μηνύματα στις παγκόσμιες αγορές. Η αντιφατικότητα αυτή πλήττει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και δημιουργεί πρόβλημα στην εικόνα της Ελλάδας και της οικονομικής πολιτικής που ασκεί στις παγκόσμιες αγορές», ανέφερε ο Πάνος Παναγιωτόπουλος. Στην ανακοίνωσή του αναφέρει ακόμη ότι οι στιγμές που διανύουμε είναι εξαιρετικά κρίσιμες και καλεί τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών να αντιληφθούν την κρισιμότητα των περιστάσεων και να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί στο περιεχόμενο των δηλώσεών τους. Ειδική αναφορά έκανε, επίσης, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος σε «τεχνικές απόκρυψης του δημοσίου χρέους από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ». Ο κ. Παναγιωτόπουλος σε άλλη δήλωσή του σημείωσε ότι «οι τελευταίες αποκαλύψεις στον ελληνικό και διεθνή Τύπο δίνουν ατράνταχτες αποδείξεις για το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έκρυβαν συστηματικά και μεθοδικά το δημόσιο χρέος μετακυλώντας τα δημοσιονομικά βάρη στις επόμενες γενιές». Ο εκπρόσωπος της ΝΔ αναφέρθηκε και στο «κρυφό ομόλογο της Γκόλντμαντς Σάκς, το οποίο λειτούργησε μεταξύ 2000 και 2001». «Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετέφερε δημοσιονομικά βάρη με ιδιαίτερα επαχθείς όρους», σημείωσε ο κ. Παναγιωτόπουλος και πρόσθεσε πως «όταν η ΝΔ έκανε τις σχετικές καταγγελίες η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εκώφευε πλήρως». Οι αποκαλύψεις αυτές, συνέχισε ο κ. Παναγιωτόπουλος, δείχνουν ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα να παριστάνει τον τιμητή και τον εισαγγελέα της δημόσιας ζωής, ενώ θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία της επιτροπής που συγκροτήθηκε με απόφαση της κυβέρνησης για την εξέταση της αξιοπιστίας και της αυθεντικότητας των δημοσιονομικών στοιχείων. Καταλήγοντας, ο κ. Παναγιωτόπουλος, τόνισε ότι είναι χαρακτηριστικό πως η συγκεκριμένη επιτροπή στο πόρισμά της δεν κάνει καμιά αναφορά στο συγκεκριμένο ομόλογο της Γκόλντμαντς Σακς, ενώ όταν ο Γ. Παπαθανασίου είχε υποβάλει το σχετικό ερώτημα, η απάντηση που του είχαν δώσει από την επιτροπή δεν είχε το παραμικρό ίχνος αλήθειας.



** Ο Vagelis σας προσκαλεί να γίνετε μέλος της ομάδας του Facebook "Δημήτρης Χίλιος - Συγγραφέας". Για να δείτε περισσότερες λεπτομέρειες και να επιβεβαιώσετε την πρόσκληση στην ομάδα, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:http://www.facebook.com/n/?group.php&gid=93532223393&mid=1e4e825G56358b7cG189d20bG6&bcode=-ftzb Ευχαριστώ,Η Ομάδα του Facebook



...ψηλά κι αγνάντευεΔράστης το Δημήτρης Χίλιος

Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.Ο λούτσος πάλι, δεν έχει εποχή. Είναι παντός καιρού. Και πάντα στην επικαιρότητα τώρα με τα νέα μέτρα, τα διαζύγια και τις δακρύβρεχτες αναλύσεις συμπόνιας.Με τις υγείες μας το σταθεροποιητικό πρόγραμμα. Αλλά πάνω απ' όλα γουστάρω που ως κράτος ιεραρχούμε τα προβλήματα!Ως παρέες πάλι, κάνουμε άλλα, καλύτερα.Εδώ σε λίγο δεν θα έχουμε βρακί να βάλουμε μέσα τον κώλο μας (κάποιοι έχουμε τις προμήθειές μας, αλλά δεν είμαστε και ο κανόνας), σε Βουλή και κανάλια ξεκατινιάζονται για τον Καλλικράτη, για τους μετανάστες, για... περσινά ξινά σταφύλια, για τον προσδιορισμό των εννιάμερων του αποτέτοιου.Κοινώς: Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!Το παρδαλό κατσίκι έχει πιάσει μια ραχούλα εκεί ψηλά και ξεκαρδίζεται.Σημείωση: Οι όποιες φραστικές παρεκτροπές, παραπέμπουν στο αποκριάτικο κλίμα των ημερών.***************************************


Ζει ο Βασιλιάς Καρνάβαλος;Δράστης ο Δημήτρης ΧίλιοςΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ; Το ερώτημα έπεσε ξαφνικά εν μέσω ποικιλίας συνοδευτικής οινοπνευματωδών. Επακολούθησε μια αναταραχή, ένα να δούμε τι θα πει και το Εκοφίν, ο κύριος Αλμούνια, προτάσεις να συσταθεί Εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή, μα τελικά… η ημερολογιακή τάξις απεκατεστάθη.Έχασα την ατζέντα μου, δεν ήμουν έτοιμος να απαντήσω, αλλά είδα στην τηλεόραση κάτι ενημερωτικές εκπομπές & διαβεβαίωσα την ομήγυρη πως δεν μπορεί… σίγουρα θα άνοιξε! Προς στιγμήν φοβήθηκα ότι ίσως να είδε φέτος τον κ. Παπακωνσταντίνου συνοφρυωμένο και να πισωπάτησε το τριώδιο. Αλλά κατόπιν πρυτάνευσαν σκέψεις ψυχραιμότερες! Ο Βασιλεύς Καρνάβαλος, ζει. Ζει και …περιοδεύει.Αλλιώτικα ΠΏΣ "βγήκαν οι πομπές στις στράτες και περιγε-λάνε τους διαβάτες"; Από μοναχές τους;Επίσης παρατήρησα ότι & τον αποδέλοιπο χρόνο αυτές (οι πομπές ντε) με την εμφιαλωμένη άποψη για τα πάντα, στους δρόμους κορδακίζονται ολημερίς & σουλατσάρουν! Κάποιος με διέκοψε με το αποστομωτικό «Μα εμείς εκλέγουμε τα σκοτεινά αντικείμενα του πόθου μας, ανά τετραετίαν» (παρά κάτι συνήθως) και με αποδιοργάνωσε.Δεν ξέρω... μπερδεύτηκα. Είναι, φαίνεται, που όλα γύρω εξελίσσονται σαν νούμερο επιθεωρησιακό ένα πράγμα;Βαριετέ, με διορθώνουν οι πιο κατακαημένοι της συντροφιάς! Περάστε κόσμε! Από εδώ τα μπαλέτα (ναι, ξεβράκωτα), από κει η ορχήστρα. «Το τέρας και το κήτον» (περί νούμερου στο Βαριετέ πρόκειται), θα εμφανιστεί στο φινάλε, στην αποθέωση. Έτσι για να υπάρχει και ο παράγων έκπληξη.Επίσης κατέληξα στο ότι δεν χρειάζεται να βασανίζει κανείς το μυαλουδάκι με σκέψεις περίπλοκες, γιατί μπορεί να καεί. Είχα παραδείγματα τηλεοπτικά προς αποφυγήν πολλά.Κατόπιν για να γλυκάνω την πίκρα φαντάστηκα διάφορα. Μια σκηνή σε συμβολαιογραφικό γραφείο με θλιμμένους κληρονόμους να περιμένουν το άνοιγμα διαθήκης, ενώ το δάκρυ τρέχει κορόμηλο. Στη συνέχεια οι ευνοημένες της διαθήκης, πετάνε πέρα τις πλερέζες και γυρνάνε με τσιφτεντέλια στο μαγαζί. Οι παραλληλισμοί δικοί σας.Άλλοι λούζονται σαν την θεά Ήρα στην μαγική πηγή και αποκτούν εκ νέου την παρθενίαν φωνάζοντας Αποθανέτω η παράταξή μου μετά των άλλων φίλων…Γι αυτό σας λέω. Γλεντήστε την αποκριά, ντυθείτε ένας πιερρότος, μια κολομπίνα, μια μπούλα, κάτι. Να, εδώ το έχω μέσα στα δόντια, να το προτείνω τι άλλο να ντυθείτε για να δένει με το πνεύμα των ημερών, το μασκαράδικο, αλλά άντε, να μην το χοντρύνουμε.Γι αυτό Ξαμολυθείτε στις μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις Συλλόγων, φανείτε κοσμικοί. Χορέψτε μια μαζούρκα, μια πόλκα, μια γιάνκα, έναν καλαματιανό εν ανάγκη. Και σεις οι κυρίες δείξτε λίγο γάμπα. Αλλά και το χρυσό δόντι της πλαϊνής οδοντοστοιχίας να δείξει ο κύριος της παρέας, πάλι καλό είναι.Ας γελάμε κι ας πηδάμε για να λεν πως δεν πεινάμε.********************


Βαρομετρικόν χαμηλόν!Δράστης ο Δημήτρης Χίλιος

Να δείτε που και τούτη τη φορά δεν θα 'χουμε αλάτι!Στην περίπτωση που ρίξει δυο δάχτυλα χιόνι και καλύψει τους δρόμους, πάλι θα παραλύσουν όλα στη χώρα της απόλυτης παράνοιας.Οι υπηρεσίες θα κατεβάσουν ρολά, οι συγκοινωνίες θα παραλύσουν, το πετρέλαιο θα κάνει ένα άλμα τεράστιο και θα κάτσει εκεί ψηλά μέχρι του χρόνου τέτοιον καιρό που θα κάνει άλλο ένα, οι αλυσίδες αυτομάτως θα γίνουν δυσεύρετες και πανάκριβες, κάτι πονηροί μικροξενοδόχοι θα τρίβουν τα χέρια, η φασολάδα θα βράζει στον τέντζερη και θα μοσχοβολάει το σέληνο.Στα κανάλια θα βρουν μαλλιά να ξάνουν. Αρμόδιοι και μη θα λένε διάφορα αναλύοντας τα μη αναλυόμενα. Εκπρόσωποι των Δήμων θα απολογούνται και θα χρεώνουν τις ελλείψεις στην κεντρική εξουσία. Φιλότιμοι ρεπόρτερ με γάντια και σκουφιά θα χώνουν τα μαρκούτσια στα στόματα αγωνιώντων κατοίκων. Αποκλεισμένοι σε χωριά πέντε χιλιόμετρα από μεγάλη πόλη, θα σκούζουν πως το κράτος είναι άφαντο γιατί ακόμα δεν καθάρισε το μονοπατάκι από την αυλόπορτα μέχρι την είσοδο του αυθαίρετου.Μια αρμαθιά παιδιά θα χοροπηδάνε γύρω από έναν κακοστημένον χιονάνθρωπο και θα το κάνουν έκτακτο δελτίο στην tv. Μια ενωμοτία Προσκόπων θα αποκλειστεί στην Πάρνηθα και μια ομάδα ορειβατών σε καταφύγιο χωρίς ρεύμα. Μια σκυλίτσα κανελί γλιστρώντας θα τσακίσει το κωλομέρι της και θα πεταχτούν δέκα φιλοζωικές να καταγγείλουν την ανοργανωσιά, οι γριές δεν θα σαλεύουν από το παραγώνι με τα χάπια στην αγκαλιά και του λόγου μου θα αποκλειστώ στην κακοτράχαλη Κυψέλη, μιαν ανάσα από την Ομόνοια, λόγω χιονοθύελλας… Τέτοια πικρά.Από την άλλη μπορεί να δώσει μια και να τα διαλύσει όλα ένας ήλιος περίλαμπρος. Να μείνουν οι προετοιμασίες και τα κούτσουρα στοιβαγμένα κάτω από τη σκάλα. Έχει ο καιρός αυτό το απρόβλεπτο και εμείς ως φυλή επίσης.Γι αυτό ξανοιχτείτε στα μουσικοχορευτικά της αποκριάς, όλο και κάποιος θα σας καλέσει. Φανείτε πρόθυμοι. Χορέψτε έναν καλαματιανό, ένα πηδηχτό, μια γιάνκα, ένα κάτι.


Ανέμελα. «Ο κούκος θέλει σύντροφο και το ρεβίθι αέρα…»*****************************************

Προς ...αιωνίους εφήβους το ανάγνωσμα

Ιστορίες κάτω απ’ το έλατοΤου Δημήτρη Χίλιου (*)ΦΕΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΟΥΜΕ τα κάλαντα, μεγαλώσαμε έ; Του χρόνου βλέπεις τελειώνουμε το Γυμνάσιο! Και όσο να το κάνεις, κοτζάμ μαντράχαλος μέχρις εκεί πάνω –ίσως και λίγο πιο κάτω, μα δεν πειράζει– να τραγουδάει, ξημερώματα, τα κάλαντα και μάλιστα φάλτσα έξω από μισάνοιχτες πόρτες, φαίνεται κομματάκι αστείο. Άσε που μπορεί να μας αρχίσουν στο δούλεμα!Και –κοίταξε να δεις ατυχία!– πάνω που μεγάλωσες κι έχεις ανάγκη το χαρτζιλίκι.Όμως –όχι στην παλαιολιθική εποχή, λίγο μόνο παλιότερα– μας ξεγελούσαν εύκολα. Είμαστε και πιο απονήρευτοι τότε ως παιδάκια, πιο ευκολόπιστοι. Σωστά χαζοπούλια. Αφού πιστεύαμε πως τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός!Μας λέγανε πως τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς θα έρθει ο αϊ-Βασίλης, φορτωμένος το σακούλι με τα δώρα. Από την καμινάδα θα κατέβαινε για να πέσει μες στις στάχτες του τζακιού, μα δεν είχε ανάγκη αυτός• τι άγιος ήταν!Βάζαμε τα καλά παπούτσια, γυαλισμένα, αστραφτερά –λουστρίνια ήσαν τότε τα καλά– δίπλα στο παραγώνι και, περιμένοντας εναγωνίως το ξημέρωμα, μας έπαιρνε ο ύπνος. Άσε πού αποβραδίς γύρω στο τζάκι ακούγαμε ιστορίες ατελείωτες για τους καλικάτζαρους, τα παγανά, πού ανέβαιναν το δωδεκαήμερο στη γη και μας έλουζε κρύος ιδρώτας!Ευτυχώς όταν ξανακατέβαιναν στον Άδη την Πρωτάγιαση, παραμονή των Φώτων που ο σταυρός θα αγίαζε τα νερά, σαν έβγαινε ο παπάς με την αγιαστούρα και το «Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου Σου Κύριε…», τότε πια είχε θρέψει ξανά το δέντρο που στήριζε τη γη, τον πάνω κόσμο, έτσι ήθελε η παράδοση, και που οι καλικάντζαροι πριόνιζαν όλο το χρόνο για να γκρεμίσουν μαζί του τον κόσμο ολόκληρο. Γιατί ήσαν πλάσματα πού πάσχιζαν για το κακό και την καταστροφή• το προεξοφλούσε η δοξασία.Δεν βαριέσαι! Παραμύθια! Μα παραμύθια που κάνουν την καθημερινότητα ανθρώπινη και γλυκιά, που συντηρούν την ελπίδα και που... Μα τέλος πάντων, εμείς θα καταργήσουμε έθιμα αιώνων;Γι’ αυτό, καλού-κακού, βάλε τα καινούργια σου αθλητικά παπούτσια, εκείνα με τις τριπλές σόλες, δίπλα στην πόρτα το βράδυ της παραμονής. Πού ξέρεις τι έκπληξη θα σε περιμένει το πρωΐ! Έτσι εύκολα, νομίζεις, ξεχνάει ο αϊ-Βασίλης;ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ, ΔΕ ΛΕΩ! Τόσο που σου φαίνεται μακρινή η χρονιά πού έπαιξες τον Ιωσήφ σε κείνο το μικρό θεατρικό του Δημοτικού και την προηγούμενη ήσουν ένας απ’ τους μάγους με το στέμμα και το ραβδάκι, ντυμένος το μακρύ καφτάνι ραμμένο από παλιά κουρτίνα!Τότε καμάρωνες, ας θύμωσες και κρέμασες τα μούτρα που σε παρατήρησε λίγο αυστηρά στην πρόβα ο δάσκαλος γιατί δεν ήσουν συγκεντρωμένος. Κι αυτός πια τέτοια μέρα διάλεξε να εξαντλήσει την αυστηρότητά του για να σου χαλάσει τη διάθεση• ήσαν μπροστά κι όλα τα κορίτσια της τάξης!Μα θυμάσαι πως σε ολόκληρο το σχολείο κανείς δεν ήθελε να παραστήσει το βόδι πού θα ζέσταινε με το χνώτο του τη φάτνη με το Θείο βρέφος!Και τα κορίτσια, δεν λέω, εκεί που παλιότερα σκοτώνονταν για το ποια θα παίξει την Παναγίτσα ή τα αγγελάκια με τις γαλάζιες φτερούγες καμωμένες από χαρτόνι, τώρα χαμογελούν ειρωνικά. Κι ύστερα βάζουν το cd με τα τραγούδια του Μιχάλη Χατζηγιάννη, άλλες πάλι πίσω από την πόρτα του δωματίου τους κρεμούν την καινούργια γιγαντοαφίσα του Σάκη Ρουβά, δώρο εκείνου του τηλεοπτικού περιοδικού.Τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες κι οι βασιλόπιττες, παραδοσιακά γλυκά των ημερών, δεν σας τρελαίνουν, κι αυτό το ξέρω• θα θέλατε κάτι άλλο. Μα μη ζητάτε ν’ αλλάξει το έθιμο.Α, τότε τα κοιτάζαμε από το τζαμάκι της σερβάντας και ξερογλυφόμαστε γιατί μας έδιναν μονάχα ένα κάθε πρωΐ μετά το γάλα. Κουραμπιέδες και μελομακάρονα σχημάτιζαν πυραμίδα πάνω στην πιατέλα. Οι μεν ολόλευκοι, λαχταριστοί, να μοσχοβολούν φρέσκο βούτυρο, ραντισμένοι με ούζο και πασπαλισμένοι με ζάχαρη άχνη, τα δε βουτηγμένα στο σιρόπι και πάνω καρύδι τριμμένο και κανέλλα. Δυο πυραμίδες όνειρο.ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ στο συρτάρι του κομμού με τα παλιά περιοδικά, τα κουμπιά και τα σαρανταπεντάρια δισκάκια, βρίσκεις παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και ευχετήριες κάρτες που σε φέρνουν δεκαετίες πίσω. Τότε που ήσαν οι δικοί σου παιδιά.Κάρτες με την Γέννηση, μάγοι, βοσκοί, το άστρον λαμπρόν στην κορυφή. Χιόνια στο καμπαναριό, κόκκινες κορδέλλες σε ωραίους σχηματισμούς, η φράση «Και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», καμπάνες, κεράκια, ο αϊ-Βασίλης καβάλα στο έλκηθρο. Όλα πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικου δέντρου.Πίσω, καλλιγραφικά, μα πού και πού ανορθόγραφα, Ευχόμεθα ολοψύχως χαρούμενας εορτάς, Τρισόλβιον κι ευτυχές το νέον έτος, Ευτυχέστατον.Και πολλές φωτογραφίες. Η οικογένεια μπροστά στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο πλαισιωμένη από μακρινά παρακλάδια, τα παιδιά μόνα τους αγκαλιά με φουσκωμένα μπαλόνια, κι άλλες φωτογραφίες, από οικογενειακά τραπεζώματα αυτές.Φαγητά πλουσιότατα, γλυκά, πιοτά, μάγουλο βερίκοκο ρίκο-ρίκοκο, χαμόγελα –μερικοί είχαν κι από ένα δόντι χρυσό, ο παππούς μασέλα από πορσελάνη– και πολλές ευχές. Να πεθάνει ο χάρος, Άσπρο πάτο, Όποιος πει κακό για μας... Εδώ λέγονταν διάφορα αθώα, κι άλλα που έκαναν τις χαμηλοβλεπούσες να κοκκινίζουν και τις ξεθαρρεμένες να κακαρίζουν ένα γέλιο γάργαρο.Σε λίγο οι άντρες τσακώνονταν για τα πολιτικά –εποχή μεγάλων εντάσεων, μην κοιτάς σήμερα που όλα γίνανε σαν ρύζι λαπάς ένα πράγμα– νύφη και πεθερά διασταύρωναν πύρινες ματιές κι υπονοούμενα για τη μαγειρική η μια της άλλης, μανάδες με κοράκλες της παντρειάς δεν παύανε τα παινέματα. Που η μεγαλοκοπέλλα τους στόμα είχε κι από μιλιά τίποτα, που τέτοια χρυσοχέρα η φύση άλλη δεν γνώρισε. Στα μουλωχτά τη λέγανε τεμπελχανού και ακαμάτρα, της άστραφταν καμμιά ανάποδη που μέχρι να σηκώσει το ’να πόδι είχε βρωμίσει τ’ άλλο!Τα παιδιά, σαν δεν είχε η ομήγυρις συνομήλικους να καυγαδίσουν γερά, βαριούνταν αφόρητα και τραβούσαν τους γονείς από το μανίκι, να φύγουν. Πλάνταζαν στο κλάμα, έφτυναν στο πάτωμα ό,τι τους έδιναν, κι αφού σερβίρονταν ο καφές και το γλυκό, όλοι φώναζαν Χρόνια πολλά, Πάντα τέτοια, Καλή λευτεριά στις γκαστρωμένες, Γερό να ’ναι κι ότι ’ναι, Στις χαρές τους οι ανύπαντρες• τότε πια φιλιούνταν σταυρωτά και πήγαιναν στην ευχή της Παναγίας. Και του χρόνου να περάσουμε το ίδιο καλά, φώναζαν από την πόρτα, Όρεξη που είχα τα μούτρα σας, μουρμούριζε η νύφη του σπιτιού, κάτι ανάλογο οι δικοί σας, κι από μακριά χαμογελούσαν ευτυχισμένοι για τούτον τον αποχωρισμό.Αργότερα, γυμνασιόπαιδες πια, με το πηλήκιο σήμα κατατεθέν, έκαναν πως δεν έβλεπαν τα αγωνιώδη νοήματα των γονιών. Με την τελευταία μπουκιά, πριν το φρούτο, τους παράταγαν σύξυλους και ξεπόρτιζαν...ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ περίπου μετά, λίγα έχουν αλλάξει. Μόνο που να... κάτι τρίχες εκεί στους κροτάφους γκριζάρισαν. Μα όλα τούτα μας αφορούν εξ ίσου.Εκείνη τη χρονιά πάλι που όλοι σου φέρανε βιβλία για δώρο, πραγματικά είχες θυμώσει. Κι έφταιγε η μάνα σου που όλη μέρα παινευόταν σε φίλες και θείες, πόσο καλός μαθητής είσαι και πόσο αγαπάς τα βιβλία. Αυτή ήταν η αλήθεια μέχρις ενός σημείου, μα και κείνη το παράκανε. Τόσο που ώρες-ώρες δεν ήθελες ν’ αντικρίσεις χαρτί γραμμένο στα μάτια σου. Τόσο υπερβολική.Πήραν κι αυτές αμπάριζα, θείες, φίλες και γνωστές, και με την πρώτη ευκαιρία σου κολλούσαν στα μούτρα από ένα βιβλίο, είχες δεν είχες όρεξη για διάβασμα. Έτσι σε είχαν δεδομένο, ήξεραν τι σε ευχαριστούσε• έτσι τουλάχιστον νόμιζαν.Τι Πηνελόπη Δέλτα, τι Χριστουγεννιάτικα και Παιδικά του Παπαδιαμάντη, τι Έκτορος Μαλώ, τι Ιουλίου Βερν, τι Ζαχαρία Παπαντωνίου, τι Αλεξάνδρου Δουμά πατρός και υιού.Μικρά πακέτα, με κορδέλα ή χωρίς, που ήξερες από μακριά ότι πάααααλι βιβλίο!Ε, παιδί ήσουν, ήθελες ένα παιχνίδι τέτοιες μέρες. Κι όταν έπρεπε να λες σ’ όλους ευχαριστώ και να δείχνεις ενθουσιασμένος με το δώρο τους –ώρες πριν σε δασκάλευαν– εσύ ήθελες να τα πετάξεις πέρα, να δώσεις μια κλωτσιά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, να σκορπίσεις όσο πιο μακριά γινόταν στολίδια, φωτάκια, φάτνες, χρυσοκλωστές, μπιχλιμπίδια, και να κλειστείς στο δωμάτιό σου.ΟΤΑΝ ΟΜΩΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ξεκίναγες να διαβάσεις, με κρύα καρδιά, τον Παπαδιαμάντη, ζεσταινόσουν στις πρώτες κιόλας αράδες. Ξέχναγες τη γκρίνια κι έπαιρνες καλύτερη στάση στον καναπέ με τα κεντητά μαξιλάρια, σφίγγοντας στην αγκαλιά το βιβλίο της Αγκύρας ή του Αστέρος με το χοντρό εξώφυλλο. Η Μαυρομαντηλού και Η Σταχομαζώχτρα, Ο Αμερικάνος και Στο Χριστό στο Κάστρο.Οι ήρωες όπως τους έδινε η μαγική γραφίδα του κυρ΄ Αλέξανδρου, σου μάθαιναν την απλότητα της ζωής, σε ταξίδευαν σ’ έρημα ξωκκλήσια, σε φτωχά φιλόξενα σπιτικά, σε καρτερικά σαν αγκαλιές λιμανάκια με την τράτα του Πανταρώτα, με το τρεχαντήρι του μπαρμπα-Διόμα.Κι όταν μάθαινες πια γιατί τα εγγόνια της θεια-Αχτίτσας της Σταχομαζώχτρας φόρεσαν καινούργια παπούτσια εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων και γιατί η Κυρατσώ η Μιχάλαινα έβαλε την καλή πολίτικη μαντήλα για ν’ ασπαστεί τα στέφανα της μονάκριβής της Μελαχρώς με τον Αμερικάνο και το πρωΐ φώναζε ψηλά από το παράθυρο Ελάτε παιδιά και σε μας να τραγ’δήστε!..., τότε σ’ έπαιρνε ο ύπνος γλυκά στον καναπέ, το βιβλίο κύλαγε στη φλοκάτη, κι ο πατέρας σε πήγαινε αγκαλιά μέχρι το κρεββάτι.Το επόμενο βράδυ αγωνιούσες για το τάμα του παπα-Φραγκούλη, την αγωνία του Στάθη του Μπόζα να σώσει τα ζωντανά του, γιατί κλείστηκε γιορτινές μέρες το Ουρανιώ το Διόμικο, τι μυστικό ξεστόμισε κρατούσα τον φανόν η Νταραδήμαινα, γειτόνισσα λάλος καί φωνασκός, τις έγνοιες της Ντελησυφέρως, την προθυμία και την αφέλεια της θειας το Μαλαμώ, τον καυγά των παπάδων μέσα στο άϊ-βήμα για τα πρόσφορα...ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΚΕΣ επισκέψεις των ημερών, ξέρω, είδες κι έπαθες ν’ απαλλαγείς. Απόγευμα κι εσύ, μικρός, ακολουθούσες• ας έκανες κι αλλιώς. Ευχές για τον καινούργιο χρόνο, Να ΄ναι καλός, να ΄ναι χρυσός, να ΄χει τις χάρες όλες, αγκαλιές, φιλιά, Καλέ, εμείς χαθήκαμε πια, σαν τα χιόνια, κι αμέσως ο δίσκος, στρωμένος κολλαριστό πετσετάκι, να καταφθάνει φορτωμένος μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δίπλες, γαλατόπιττα.Διστακτικά αφήνατε στο τραπέζι το πακέτο που σας έφεραν προχθές οι κουμπάροι –σοκολατάκια, φοντάν– κι ούτε που τ’ ανοίξατε. Κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο Δεν ήταν ανάγκη, και Φτου σου, φτου σου χρυσό μου! Καλέ, πώς μεγαλώνουν τα παιδιά!Τα μικρά ποτηράκια γέμιζαν γλυκόπιοτο, μπανάνα, κουαντρώ, ή εκείνο πού έφτιαξε η γιαγιά με την πολίτικη συνταγή. Χαμόγελα πέρα για πέρα. Υγιαίνετε... Παν ό,τι καλόν!!!Μόνο σε κείνη την επίσκεψη που λέρωσες τον καναπέ με το σοκολατάκι και την πορτοκαλάδα, κατέβασε τα μούτρα η οικοδέσποινα. Γούρι, γούρι, φώναξαν οι άλλοι. Γούρι, ξεγούρι, να δω πώς θα το βγάλω εγώ, είπε μουτρωμένη εκείνη και καταντράπηκε η μαμά. Στο δρόμο, μέσα στο κρύο, σου άστραψε δυο φούσκους που τους θυμάσαι ακόμα.Ε, όσο μεγάλωνες και γκρίνιαζες, έπαψαν να σε κουβαλούν με το ζόρι στις επισκέψεις, η καλύτερή σου. Σε άφηναν πια μόνο στο σπίτι. Η αλήθεια είναι πως είχες ρίξει τους σχετικούς καυγάδες προκειμένου να συνειδητοποιήσουν ότι μεγάλωσες, η μάνα σου δυσκολεύτηκε λιγάκι περισσότερο. Μα σαν είδε πως δεν πέρναγε το δικό της, το δέχτηκε σιωπηλά και με σφιγμένα δόντια. Πάταγες πια τα δεκατέσσερα.Τότε ήταν που την έπιασε το υστερικό της, όταν, επιστρέφοντας από επίσκεψη γρηγορότερα από το αναμενόμενο, βρήκε το τασάκι, που δεν πρόλαβες να κρύψεις, τίγκα στις γόπες. Κι ο πατέρας, ας σε μάλωσε τάχα αγριεμένος, για να την ηρεμήσει, να πάψει πια η γκρίνια της, κρυφοκαμάρωνε για τον κανακάρη που γινόταν άντρας. Το κατάλαβες απ’ τη ματιά του τη γελαστή.Το κακό ήταν που ήθελε κι η μικρή τώρα πια να μένει μαζί σου στο σπίτι• και, όσο να ΄ναι, ήταν ένα εμπόδιο. Χώρια που ήταν και μαρτυριάρα.ΑΞΕΧΑΣΤΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ! Αλλάζει μόνο ο τρόπος που τις αντιμετωπίζεις μεγαλώνοντας.Με τον ίδιο ρυθμό αντικαθίστανται κάθε χρονιά τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου, έτσι όπως σπάζουν οι μπάλες καθώς ανεβοκατεβαίνουν στο πατάρι μέχρι την επόμενη χρονιά, καθώς λύνονται και ξεφτίζουν οι φιόγκοι, σκορπίζει η ασημόσκονη και τρίβονται οι χρυσοκλωστές στο πάτωμα...Γι’ αυτό σου λέω, μην βιάζεσαι καθόλου να μεγαλώσεις! Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές όσο χαρούμενες κι αν είναι για τα παιδιά, για τους μεγάλους είναι σκέτη μελαγχολία!...––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––


Οι Παστρικοθοδώρες αναγλείφονται.Γράφει ο Δημήτρης Χίλιος (*)

Με κριτήρια καλλιστείων γίνεται πλέον η επιλογή των κυβερνώντων. Τόσο στήθος, τόσο μέση, περιφέρεια λιγάκι παραπάνω (μεσογειακός λαός βλέπετε). Γύρω κολασμένοι μουτζαχεντίν θα ξεσαλώνουν με σημαίες και με ταμπούρλα. Δύσκολοι καιροί και γκρίζοι.Και παρεμπιπτόντως… Ζητούνται πολίτες με καθαρά χέρια, σου λέει. Να επανδρώσουν το γκουβέρνο. Το ψάρι βέβαια βρωμάει απ' το κεφάλι. Αλλά, μεταξύ μας, και η ουρά έχει ψιλοβρωμίσει.Κάποιοι εκπρόσωποι, έρημοι κι απρόσωποι, σαν μας μιλούν για το μέλλον εννοούν το δικό τους. Γιατί δε ζητούν να τους το πει κατευθείαν η Λίτσα Πατέρα και να μας αφήσουν ήσυχους;Υποψήφιοι περιφέρονται σε ατραπούς, καφενέδες και ραχούλες χαμογελούν συγκαταβατικά, συνοφρυώνονται μπροστά στα προβλήματα, μοιράζουν χειραψίες, φιλιά, αγκαλιές ιδρωμένες. Οι παρατρεχάμενοι σκορπίζουν το ενδιαφέρον τους απλόχερα. Το ίδιο απλόχερα τους υποδέχονται οι πολίτες. Έτσι, με τα χέρια ανοιχτά. Σε μούντζα. Δυστυχώς ο Αρμόδιος στην Ελλάδα ήταν ένας κι αυτός υπήρξε τυραννοκτόνος. Δεν τους ξαναπιστεύω, τώρα να τους δω να σέρνονται στα πόδια μου σαν την Κατερίνα Χέλμη στα «Κόκκινα φανάρια».Κι οι γραφικοί που λέγανε καμμιά ...μπιπ... κι είχαν πρόχειρο το μαλλιοτράβηγμα στα τηλεπαράθυρα, χάλασαν κι αυτοί. Σαν την Πετρούλα Κωστίδου σε συμπόσιο ποίησης.Την Ρούλα Βροχοπούλου μονάχα δεν είδα στις λίστες, την κυρία Λουκά, την Μπεζαντάκου και τον Εθνικό σταρ.Όσο για τους προαλειβόμενους, τους ζηλωτές της χρηστής διαχείρισης που ενέσκηψαν εσχάτως ως Παστρικοθοδώρες της πολιτικής (και ντύνουν, στολίζουν, νοικοκυρεύουν), άδικα κορδακίζονται. Χθεσινές πουτάνες, σημερινές καντηλανάφτρες, συγγνώμη κιόλας. Άδικα κλαιν, οδύρονται, μπήγουν καρφίτσες στο ταλέντο τους προκειμένου να μας πείσουν. Ο γάτος κι αν αλευρωθεί, ο ποντικός τον ξέρει.Θα ήταν υπερβολή και ίσως απρέπεια να αμφισβητήσει κανείς την καλή πρόθεση των αρχηγών, ούτε των κομματικών σχηματισμών και των επιτελείων. Είναι στήριγμα & συστατικό της Δημοκρατίας. Δυστυχώς όμως την επομένη των εκλογών, αυτοί είναι που υποχρεούνται να επανδρώσουν το κράτος προκειμένου να λειτουργήσει. Μόνο που το κάνουν συχνά με υλικά εκ κατεδαφίσεως και σχεδόν πάντα με δευτεράτζες της πολιτικής που περιμένουν στη γωνία κρυμμένες και ανασκουμπωμένες. «Οι ακαμάτρες κι οι ζαβές έχουν τις τύχες τις καλές». Οι αξιοπρεπείς που δεν κολακεύουν και δεν παρακαλούν, σπανίως επιλέγονται. Βλέπεις δεν σκούζουν την αξία τους σε κομματικούς διαδρόμους, ακριβώς επειδή είναι αξιοπρεπείς. Γι αυτό και το κράτος λειτουργεί στο ρελαντί. Χρόοοονια τώρα. Ναι, γιατί κάποιοι πρέπει να υπογράφουν. Συμβάσεις, αναθέσεις, δοσοληψίες, όλα με το αζημίωτο. Και από εκεί ξεκινάει το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος. Γιατί στις οδηγίες και παραινέσεις του εκάστοτε πρωθυπουργού, αυτοί ακούν άλλα σουξέ, άκρως προσιδιάζοντα με το φλογερό ταμπεραμέντο τους. «Δεν σ’ έχω να δουλεύεις να βασανίζεσαι. Σ’ έχω να τρως να πίνεις και να στολίζεσαι...» Τέτοια.Γι αυτό δεν περιμένουμε από την εξουσία λύσεις στα προβλήματα. Το πολύ-πολύ να μας δημιουργήσει καινούργια για να ξεχάσουμε τα παλιά.Κι επειδή ως λαός έχουμε μια ροπή στο ακατάστατο να το πω, στο είπα-ξείπα να το πω, στο τσάτρα-πάτρα να το πω… Ένα είναι το βέβαιον. Δεν θα πλήξουμε.*******************************************


Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Χίλιου

" Η δ α φ ν ο σ τ ε φ ή ς "ΣΤΟ ΡΕΠΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΑ άνοιγε διάπλατα πόρτες και παράθυρα, ν’ αεριστεί το σπίτι, ν’ ανασάνει• καθώς και τις παραμονές μεγάλων γιορτών που νήστευε.Ανήμερα το γιόρταζε κι αυτή κανονικά, με τον τρόπο της, είχε πειστεί πια. Σαν πανηγύρι διαρκείας έβλεπε η Σούλα τη δουλειά της. Γι’ αυτό προόδεψε και τη ζήλευαν οι άλλες του σιναφιού, οι γκιόσες, που τις πέταγαν με μια κλωτσιά στο δρόμο οι αγαπητικοί μόλις λιγάκι μπαγιάτευαν και δεν πέρναγε η μπογιά τους.Το απόγευμα της παραμονής, μόλις άκουγε την καμπάνα της Μητροπόλεως να σημαίνει τον εσπερινό, τότε θυμιάτιζε με μοσχολίβανο εκλεκτό το εικόνισμα του αγίου Φανουρίου, συχνά τον επικαλείτο, τάζοντας μάλιστα και από μια φανουρόπιτα για την ψυχή της μάνας του.Μα πρώτα έπιανε τα μαλλιά της αλογοουρά μ’ ένα κοκαλάκι ταρταρούγας, πέταγε από πάνω της την κόκκινη ρόμπα και έβαζε φούστα-μπλούζα, η φούστα πλισέ. Ψέλνοντας τσάτρα-πάτρα κάτι Κυρι’ ελέησον, άναβε το καντηλάκι της στο πίσω δωμάτιο με τα εικονίσματα και το μονό κρεββάτι, σταυροκοπιόταν βαθειά μουρμουρίζοντας Ἴλεως γενοῦ μοι τῷ ταπεινῷ, ὅ,τι πλήν σου ἄλλην οὐ γινώσκω καταφυγήν... και πελάτη δεν άφηνε να δρασκελίσει την πόρτα της όλη μέρα. Α• σ’ αυτά ήταν τυπική!Έτσι έκανε η μάνα της, παραμονή μεγάλης γιορτής δεν άφηνε το νοικοκύρη της να τη ζυγώσει στο κρεββάτι.Τα λίγα χρόνια που τους θυμόταν μαζί, παιδάκι με κάτι φουφούλες από ρετάλια της μοδίστρας, πολλές φορές τους παραφύλαξε νύχτα πίσω από τη χαραμάδα της πόρτας, ήξερε την αιτία του καυγά τους. Η κυρα-Νικολίτσα ανένδοτη. Ήταν νηστεία, φωτιά θα έριχνε να τους κάψει ο αρχάγγελος με τη ρομφαία. Ανήμερα της γιορτής, μετά το σχόλασμα της εκκλησίας, να του σταθεί πολύ ευχαρίστως• έτσι ήταν η τάξη, το είχε ρωτήσει στον εξομολόγο η μακαρίτισσα.Όμως ασχέτως γιορτής, μια μέρα τη βδομάδα την έκλεινε η Σούλα την επιχείρηση, Τρίτη συνήθως. Τότε έπιανε πρωΐ-πρωΐ να κάνει γενική καθαριότητα με άφθονη χλωρίνη.Πρώτα απ’ όλα ξέπλενε τη λεκάνη του permaganant, την έτριβε προσεκτικά με τη βούρτσα του σφουγγαρίσματος, κατόπιν τη στύλωνε στον κορμό της δάφνης και την άφηνε στον ήλιο να στραγγίζει. Αμέσως μετά έβγαζε τα νυχτικά, έβαζε μια παλιόρομπα με σκίσιμο στο πλάϊ, ανασήκωνε τα μανίκια και τότε καταπιανόταν με τη λάτρα του σπιτιού, μωσαϊκά, τζάμια, γωνίες, πορτοπαράθυρα, κουζίνα, τουαλέτα• ένα μπουκάλι χλωρίνη δεν την έφτανε.Και ύστερα ήσαν τα ρούχα της. Α• πουτάνα-πουτάνα, αλλά το λούσο και το καλό φαΐ δεν τα στερήθηκε. Το κρέας την Κυριακή δεν έλειψε από την κατσαρόλα της, αρνάκι καπαμά με πατάτες, αλλά και ασιδέρωτη κυλόττα δεν έβαλε πάνω της.Ήταν προσεκτική με την καθαριότητα. Γι’ αυτό και τόσα χρόνια στο επάγγελμα, συφιλώματα δε γνώρισε στον οργανισμό της, μήτε καν μουνόψειρες, όπως άκουγε γι’ άλλες του κλάδου της που κόλλαγαν από δαύτες τα φανταράκια και τρέχανε στους γιατρούς. Τα μάθαινε η Σούλα κι έκανε σε βάρος τους κάτι γκριμάτσες πολύ υποτιμητικές.Σαν δεν είχε η βδομάδα μεγάλη γιορτή και τύχαινε καθημερινή το ρεπό της, τότε, μετά την απολύμανση της λεκάνης στον ήλιο, καταπιανόταν απ’ το πρωΐ με τις δουλειές του σπιτιού. Το μεσημεράκι πια πλενόταν-συγυριζόταν κι έβγαινε για ψώνια με το δίχτυ στο χέρι γλυκοχαιρετώντας δώθε-κείθε, έπαιρνε-δεν έπαιρνε απάντηση, πολύ που την έμελλε!Το βράδυ μετά το φαγητό και το ρομαντζάρισμα στο φεγγαρόφωτο, γέμιζε ανέμελα τη λεκάνη της με καθαρό νεράκι, να μην το έχει έγνοια το πρωΐ, ρίχνοντας μέσα μπόλικο αντισηπτικό permaganant, το καλύτερο στην αγορά. Κατόπιν άναβε το καντήλι, σταυροκοπιόταν πέφτοντας για ύπνο, κατάκοπη μα εξαιρετικά ήρεμη και με τη συνείδηση αναπαυμένη που άνθρωπο και σήμερα δεν αδίκησε.Την επομένη, μετά από κάθε επίσκεψη πελάτη στα ιδιαίτερα, σαν έγερνε η πόρτα πίσω του, αεριζόταν δυο λεπτά με τη βεντάλια της, έτσι να διώξει την έξαψη, και κατόπιν έσερνε τη γεμάτη λεκάνη που περίμενε υπομονετικά, κρυμμένη κάτω από το διπλό κρεββάτι.Τότε κωλοκαθόταν ανακούρκουδα, το ξέπλενε επίμονα μ’ ένα ροζέ σφουγγάρι μαλακό, σκουπιζόταν προσεκτικά και έβαζε καθαρή κυλόττα, σιδερωμένη. Κατόπιν έσπρωχνε με το πόδι τη λεκάνη πίσω στη θέση της, έριχνε στους ώμους την κλαρωτή ρόμπα, έδενε σφιχτά τη ζώνη στη μέση, ένα βιαστικό βούρτσισμα στο μαλλί και φώναζε τον επόμενο να περιπεράσει.Τους πιο σιχαμερούς από δαύτους, όχι τα παιδαρέλια, σε καραντίνα τους είχε με το που δρασκέλιζαν το κατώφλι της. Νο βυζιά, το ξέκοβε εις άπταιστον αγγλικήν από τότε που της φέρανε μια μέθοδο εκμαθήσεως ως δώρο και την μοστράριζε άθιχτη παρέα με τα μπιμπελό πάνω στην εταζιέρα, για να μην την λένε αμόρφωτη εκείνες οι φθονερές, οι ανταγωνίστριες. Και αμέσως τους υποχρέωνε να βουτάνε το πουλί τους στο φάρμακο της λεκάνης• έτσι, προληπτικά!Αν είχε πάει καλά η μέρα σε εισπράξεις και δεν είχαν προηγηθεί τίποτα κωλόγεροι με απαιτήσεις που τής χάλαγαν τη διάθεση, τότε παρακινούσε τα φανταράκια να βουτάνε το πουλί τους στη λεκάνη άφοβα και κείνα ευχαρίστως ανταποκρίνονταν, είχε τον τρόπο της.Με κατεβασμένο σώβρακο οι άντρες γίνονταν εξαιρετικά υπάκουοι. Σε κάτι τέτοια συμπεράσματα κατέληγαν από κοινού με την Γενοβέφα τις μέρες που ο εμπορευάμενος έφευγε περιοδεία στα χωριά για ξεπούλημα του παλιού στοκ και κείνη έκανε τη βίζιτα στη φιλενάδα της αρμένικη.Έτσι σιωπηλούς και υπάκουους ήθελε τους άντρες στην κάμαρά της η Σούλα, αρκετά βασανίστηκε με τους τσαμπουκάδες. Και τα φανταράκια της μαθημένα στην πειθαρχία μήτε μια φορά δεν την πίκραναν, γι’ αυτό τα λάτρεψε.Μόλις έβλεπε κείνο το αχνό κόκκινο προς βερικοκί στο μάγουλό τους και τα μάτια στο μωσαϊκό κατεβασμένα, έπαιρνε την εκδίκησή της από το αντρικό φύλλο. Ε, της έφτανε τόσο, δεν ήθελε να τα προσβάλει κιόλας, τα χαϊδεμένα της. Και στη Γενοβέφα που ξερογλύφονταν, ας ήταν φιλενάδες καρδιακές, τής το ξέκοψε. Είχανε μάνα πίσω τα παιδιά που τους περίμενε, είχαν αγαπητικιές, δεν ήσαν για τους κοπτήρες της.Με τη Σούλα ήταν αλλιώς, γιατί εκτός που ήταν επαγγελματική η σχέση −δούναι και λαβείν−, εκείνη τα δασκάλευε το πώς θα γίνουν άντρες κιμπάρηδες, έτσι που έρχονταν άμαθα και συνεσταλμένα στην πόρτα της.Δεν επεδίωκε να τα γλεντήσει μια κι έξω, μικρά παιδιά πάνω στον ανθό της νιότης, τα κανάκευε μ’ έναν λόγο παρηγορητικό έτσι που τα έβλεπε πικραμένα από γαλονάδες σκληρούς. Τα μάλωνε βέβαια πότε-πότε, γιατί είχε κι αυτή νεύρα κλονισμένα και συχνά γινόταν ευερέθιστη, τα απόπαιρνε• όμως την άλλη στιγμή μετάνοιωνε και το ξαναγύρναγε στο γλυκό.Τα καλόπιανε τότε με δυο μπατσάκια στα μεριά, ένα γλυκόλογο εκεί στα όρθια μπροστά στη λεκάνη του permaganant, ένα κοπλιμέντο, έτσι να πάρουν λιγάκι τα πάνω τους και αμέσως έπιανε να τους τρίβει απαλά το πουλί μ’ ένα ροζέ μαλακό σφουγγάρι και πλούσια σαπουνάδα. Κατόπιν το σφούγγιζε στη λευκή πετσέτα προσεκτικά και το ντάντευε σαν μωρό.Σαν είχε κέφια, τότε το έριχνε στο χαβαλέ επεξεργαζόμενη το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα, σχόλια που κατέληγαν πολύ τρυφερά. Έτσι ξεκίναγε μια σειρά από πλάκες, κόλπα και μαλαγανιές που την έκαναν περιζήτητη στο στράτευμα.Και όλα μονάχη της, λεφτά για ρεπατζού και για περμαγκανατζού δεν χαράμισε• έτσι πρόκοψε και είχε στην άκρη το κομπόδεμά της.....................................................................**********************************************


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΛΙΟΣ"Και τα ρέστα, παγωτά"(αφηγήματα)

Μικρή εισαγωγή στις ιστορίες ενός παιδιού που αποφάσισε να γίνει έφηβος.ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ έκανα σχέδια για το καλοκαίρι φιλόδοξα, κάθε χρόνο όλο και πλουσιότερα. Τόσο που, όσο μεγάλωνα, εξελίσσονταν σιγά-σιγά σε κυοφορούμενες υπερπαραγωγές.Παιδί, έτσι διάνθιζα κάτι χειμώνες πληκτικούς, ατέλειωτους, χωρίς φωτεινές εικόνες και ομαδικά παιχνίδια στις αυλές, παιχνίδια στερημένα από μάχες με ξύλινα σπαθιά. Όμως καθόλου δεν με πτοούσε που κάθε φορά μικρό μέρος μονάχα απ’ όσα σχεδίαζα πραγματοποιείτο. Καμμιά φορά και τίποτα απολύτως.Μου αρκούσε το ταξίδι.Ένα ταξίδι μακρύ, όλο απρόοπτα κι εκπλήξεις, που έμοιαζε με όνειρο πολύχρωμο.Ξεκίναγε το Φθινόπωρο μαζί με τα πρωτοβρόχια. Τότε κρυβόμουν πίσω από την κουρτίνα, στύλωνα τους αγκώνες στο περβάζι του παράθυρου σηκωμένος στα νύχια κι ακούμπαγα το μέτωπο στο κρύο τζάμι. Η βάρκα άνοιγε πανιά, μ’ ένα σφύριγμά μου αδέξιο σαλπάριζε, και, χωρίς πορεία συγκεκριμένη, ξανοιγόταν στο πέλαγο. Ένα πέλαγο σε χρώμα σκούρο μπλε με άτσαλες γραμμές, όπως το ζωγράφιζε η ξυλομπογιά, συχνά φουρτουνιασμένο.Άλλοτε πάλι έφτιαχνα χάρτινα βαρκάκια από διπλά φύλλα τετραδίου, τα έριχνα το ένα πίσω από τ’ άλλο μαζί με μιαν ευχή σ’ ένα ρηχό αυλάκι που σχημάτιζαν τα βροχόνερα μπροστά στη σκάλα μας. Ύστερα γύρναγα κι έπαιρνα θέση πίσω απ’ την κουρτίνα να παρακολουθώ την πορεία της νηοπομπής. Ώσπου, σε μια καμπύλη του δρόμου, χάνονταν τα καράβια μου το ένα μετά το άλλο, καταποντίζονταν στον ωκεανό των ομβρίων. Αυτά έχει το ταξίδι, σκεφτόμουν. Απρόοπτα!Κι όταν, αργότερα, ο δάσκαλος με συνελάμβανε αφηρημένον, στη διάρκεια του μαθήματος, να μουτζουρώνω τα στενά περιθώρια του τετραδίου της Φυσικής, ή να ζωγραφίζω μουστάκια σε ήρωες και ηρωΐδες της ιστορίας, πάλι το καλοκαίρι ονειρευόμουν. Σαν ήταν μεσημέρι μάλιστα, το όνειρο συνόδευε μια φέτα καρπούζι, ολόδροση.Μέχρι που έφτανε ο Ιούνιος μαζί με τα κεράσια, τα καρπούζια, τα βερίκοκα και τις πρώϊμες ζέστες. Ξεμπέρδευα τσάτρα-πάτρα με τους διαγωνισμούς, μαζί με τα θαλάσσια λουτρά ξεκίναγαν οι καλοκαιρινές διακοπές και τότε παρακαλούσα να κρατήσουν για πάντα.ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΠΟΛΛΑ, αφήνοντας μια γεύση από καρπούζι και παγωτό βανίλια. Μαζί πέρασαν κι άλλοι τόσοι χειμώνες, αργόσυρτοι.Τούτο ακριβώς το αργόσυρτό τους επιχειρώ να διανθίζω με σχέδια για το αύριο και όνειρα πλούσια πάντα, κινηματογραφικές υπερπαραγωγές που στήνω στο μυαλό μου καρέ-καρέ, ταινίες σπονδυλωτές, πολυπρόσωπες βεβαίως, με σκηνικά εντυπωσιακά, όλο εναλλαγές, και σενάριο πολύπλοκο, αν και ατέρμονο. Και όλα φτιασιδωμένα από μια δόση υπερβολής ισχυρή, πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χριστουγεννιάτικου δέντρου και τυλιγμένα από μιαν αχλύ θεάτρου.Η ίδια τακτική περιποιήθηκε κι απαθανάτισε ολόκληρη την μεταπολιτευτική εποχή, χωρίς ν’ αλλάξει ούτε κατά κεραίαν. Εκείνη η αχλύ θεάτρου μονάχα ενισχύθηκε, έγινε σύννεφο ομίχλης που ήρθε και τύλιξε το κάθε τι, με αποτέλεσμα να φαίνονται όλα περισσότερο ακαθόριστα και φευγαλέα.Μα, κάθε που η περίσταση το απαιτεί, απαραιτήτως παρεμβάλλω στις ιστορίες πιπεράτα μικροσυμβάντα, γεγονότα που έζησα, μα συχνά με μια δόση υπερβολής, για να σπάει η πικρίλα. Μα κι όταν δεν το απαιτεί καμμιά περίσταση, πάλι τα παρεμβάλω• περισσότερο ως υπενθύμιση στον εαυτό μου και σε φίλους, σαν μνημόσυνο.Κάθε φόρα θέλω οι ήρωές μου, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, να κουβαλούν στο πίσω μέρος του μυαλού τους πράγματα. Να τους ακολουθεί κατά πόδας ένα μυστήριο –εκείνη η αχλύ θεάτρου πανταχού παρούσα!–, ένα κάτι που συχνά έχει να κάνει, λέει, με το παρελθόν. Να τους δυναστεύει και να τους κυνηγά, σχεδόν από πάντα.Το τέλος συνήθως το αφήνω στην τύχη, κάποτε-κάποτε το ιχνογραφώ μονάχα, αχνά, ακαθόριστα, αφήνοντας περιθώρια για παρεμβολές και ανατροπές –ελπίζοντας στο απρόοπτο, κυρίως– και πάντα ανυπομονώ για την αποθέωση του φινάλε.Μα κάθε φορά αποφεύγω να στήνω επακριβώς το τέλος, να το προδιαγράφω εκ των προτέρων• έτσι, για να έχει ενδιαφέρον και αγωνία το ταξίδι.(2008)***************************************


Με το σφύριγμα του τραίνου - Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ***************************************

Έρωτες μυστικοί κι ανομολόγητοι περιπλέκονται όπως στο φράχτη το αγιόκλημα κι όπως στην κληματαριά το ροζακί σταφύλι.Στα καφενεία η πολιτική έχει τον πρώτο λόγο. Έκρυθμος η κατάστασις, γράφουν οι εφημερίδες, κι οι τοπικοί βουλευτές άφαντοι. Τι να σου κάμει κι ο βασιλιάς, παιδάριο! Στον κινηματογράφο «Όασις» πατείς με-πατώ σε για την «Αλίκη στο Ναυτικό». Οι καυγάδες περισσεύουν, όμως το βράδυ γαργαλιστικές ιστορίες της κατοχής πολύ έρχονται να σπάσουν την πικρίλα. Στο μισοσπασμένο λαΐνι ανθίζουν τα μυριστικά, το καρπούζι κρυώνει στο ψυγείο του πάγου.Ένας γέρος, χηρευάμενος, ξεκουκίζει το κομπολόϊ και ξεροβήχει στο πέρασμα της γυναίκας με τα τροφαντά καπούλια.Ένα κορίτσι κεντάει σταυροβελονιά στο παράθυρο, τα παιδιά κυνηγιούνται ανέμελα στις αλάνες, το ραδιόφωνο μεταδίδει δακρύβρεχτες ιστορίες αγάπης σε συνέχειες. Όμως τη νύχτα η κωμόπολη κοιμάται έναν ύπνο βαθύ, ποτισμένον από πηχτόν ιδρώτα και μυρωδιά νυχτολούλουδου.Φιγούρες αναγνωρίσιμες, αδύναμες, πανούργες, ερωτεύσιμες, έρμαια της μοίρας. Το τραίνο περνά σφυρίζοντας, αγκομαχά η παλιά μηχανή, σηματοδοτεί το χρόνο, μετρά τη ζωή που κυλά και χάνεται...Μέσα της δεκαετίας του ’60.Το Με το σφύριγμα του τραίνου επιχειρεί να απαθανατίσει την ελληνική επαρχία σε μια κρίσιμη στιγμή, γεμάτη πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Όλα δείχνουν ν’ αλλάζουν. Η Ελλάδα αλλάζει βήμα-βήμα, η εξέλιξη έρχεται μέχρι τις εσχατιές της ...αγνής ελληνικής υπαίθρου. Η τεχνολογία δίνει τη χαριστική βολή στη μετακατοχική εποχή, μα οι κοινωνικές προκαταλήψεις αντιστέκονται.Δυο γυναίκες αδικημένες από τη μοίρα μα δυνατές παλεύουν με νύχια και δόντια. Την ανέχεια, την εκμετάλλευση, τη μοναξιά, την κοινωνική κατακραυγή. Παλεύουν και με τους ίμερους του κορμιού. Θα νικήσουν;Παράλληλα εξελίσσονται και άλλες ιστορίες. Έρωτες, αδυναμίες, όνειρα και φοβίες, πόθοι κρυφοί. Κι ο χρόνος. Συχνά καταστρεπτικός, αναπόδραστος.Κι όλα Με το σφύριγμα του τραίνου. Απ’ τις μεγάλες αποφάσεις, μέχρι την καθημερινότητα. Αγκομαχά η παλιά μηχανή, τα σκονισμένα βαγόνια χάνονται πέρα στο βάθος του ορίζοντα, πάντα σφυρίζοντας.Η επικοινωνία με τον κόσμο. Το ταξίδι, η φυγή, το όνειρο...*****************************************


Χάρτινα Φιλιά - Δημήτρης Χίλιος - Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ*****************************************

Μια γυναίκα-μύθος αποζητά τη μαγεία, παλεύει καθημερινά με τις γύρω καί μέσα της σκιές, με τα φαντάσματα του παρελθόντος και με τους δαίμονες που την κυνηγούν.Ο μεγάλος καθρέφτης με κεντίδια από γύψο και χρυσομπογιά, εκείνος μονάχα τη συντροφεύει μόλις ξαναντύνεται το κρινολίνο της Νέλλης Χάρμα και μεταμορφώνεται σε πλάσμα ονειρικό· όπως τότε που θριάμβευε στις θεατρικές σκηνές της επαρχίας.Φιγούρα ανήσυχη, φευγαλέα, περιδιαβαίνει τη νύχτα ανάμεσα στις σκιές σαν υπνοβάτης, κλέβει τα μυαλά των αντρών της πόλης και τα κρατά στην παλάμη της μέχρι την άλλη πανσέληνο.Κι όταν κλείνει η αυλαία, αναζητά το είδωλό της πίσω από σύννεφα καπνού και του στέλνει φιλιά. Χάρτινα. Το ξέρει, στο τέλος θα επιστρέψει στις λατρεμένες ηρωΐδες που κρύβονται πίσω από τον οβάλ καθρέφτη του μπουντουάρ, μόνη μαζί τους.Δε θέλει ρεαλισμό. Μόνο τη μαγεία αποζητά και πνίγεται όσο ζει στερημένη ποιήσεως. Πότε Μπλάνς Ντυμπουά και πότε Στέλλα Βιολάντη, πότε Αρκάντινα και πότε Μαργαρίτα Γκωτιέ, πότε Ιουλιέττα και πότε Φυντανάκι. Ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο. Ένα καναρίνι στην ανοιχτή πόρτα του κλουβιού που άλλο δεν πόθησε παρά να δώσει μια και να πετάξει μακριά· ένα ταξίδι στο ανέφικτο.Κεραυνοί διασχίζουν το σκοτάδι της σκηνής πριν ανοίξει η αυλαία κι ανάψουν προβολείς πολύχρωμοι. Κλείνει τα μάτια ν’ ακούσει τη σιωπή. Ανασαίνει βαθιά, με το διάφραγμα, τα πόδια της μακραίνουν, τα χέρια, ο λαιμός, κι ο ουρανός σαν να χαμήλωσε· η Πούλια εκεί αριστερά χαμήλωσε κι αυτή, ο προβολέας τη σημαδεύει κατάστηθα.Μια ανάσα μετά, ντυμένη το κοστούμι της μάγισσας, βγαίνει στο φεγγαρόφωτο και με το χρυσό ραβδί, αγέρωχη, σημαδεύει τ’ αστέρια. Τότε στήνει γύρω της κόσμους μακρινούς και μαγικούς, κόσμους του ονείρου.Πόθος μοναδικός. Να πάρει βαθιά αναπνοή με το διάφραγμα και ν’ αποτολμήσει το τεράστιο άλμα από το μισόφωτο της κουΐντας στη σκηνή. Ένα τόσο δα βηματάκι. Από τη σκιά στον κόσμο της μαγείας. Στο παραμύθι.Να φύγει, να πετάξει μακριά, αυτό λαχταρά. Μέσα από ρόλους ταξιδεύει στο χρόνο, διατρέχει τις εποχές, δρασκελίζει δεκαετίες, αιώνες. Ντύνεται κοστούμια-ρόλους και τους ζει απόλυτα.Φθάνει ν’ ανοίξει η αυλαία μετά το τρίτο κουδούνισμα και τότε η σκέψη πως τόσα μάτια την παρακολουθούν, την ταξιδεύει μακριά. Και πια μεταμορφώνεται σε πλάσμα αιθέριο, ονειρικό. Τούτο ήταν που εξήπτε τη φαντασία των θεατών. Και τότε, μια βάρκα γίνεται με λευκό πανί που θαλασσοδέρνεται. Πάντα στην πλατεία καιροφυλακτεί ένας άντρας, η σκοτεινή ματιά του. Μια πολυμελής ορχήστρα την παρασύρει με ήχους μαγικούς, λικνίζεται απαλά στο ρυθμό που γεννά η μαγική κίνηση των χεριών του. Ένας περίεργος μαγνητισμός διαχέεται στην ατμόσφαιρα.Και ξαφνικά της φαίνεται η σκηνή εξαιρετικά στενάχωρη, να μη χωρά τη φόρτιση που δονεί την πρωταγωνίστρια. Μονάχα η απουσία κοινού λιγάκι την πληγώνει, αλλά το σκοτάδι τη βοηθά να παραμυθιαστεί. Ένα σκοτάδι μωβ, όπως εκείνο που περιβάλλει τα όνειρα.~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Κριτικά Σημειώματα«Το "Συγκέσιο" δοκιμάζει τον συγγραφέα και τον εμπλέκει σε απαιτητικότερες αξιώσεις απ’ ότι τά άλλα διηγήματα της συλλογής…Προσωπικώς γοητευτήκαμε από την ανεπιτήδευτη, γλαφυρή και αληθινή αφήγηση του κ. Χίλιου, ο οποίος έχει ταλέντο να διηγείται όμορφα ιστορίες, χωρίς αναταράξεις και ψευδοξαφνιάσματα. ΄Όλα τα διηγήματά του, ανεξάρτητα αν μας ταξιδεύουν σε κόσμους που χάθηκαν, είναι συναρπαστικά…»Κώστας Σαρδελής, «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» ( 1 Απριλίου 1996, τεύχος 1650)«Με μια γλώσσα εν πολλοίς ελλειπτική εικονογραφεί καταστάσεις καθημερινότητας. Τόπος η Ηλεία και ψυχολογικό τοπίο η συναλλαγή των ανθρώπινων σχέσεων, το συνοικέσιο, το δράμα της ανθρώπινης μοίρας που αφέθηκε να ξεφτίζει.…Ο Δημήτρης Χίλιος χειρίζεται με γνώση κι ευαισθησία ένα υλικό αποθησαυρισμένων ιστοριών ή εικόνων και το αποδίδει μ’ έμπνευση και σωστό αφηγηματικό ρυθμό».Μάνος Στεφανίδης, «ΡΕΥΜΑΤΑ» (Οκτώβριος 1996)ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΛΙΟΣ – «ΜΕ ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ».«Στο "Με το σφύριγμα του τραίνου" ο Δημήτρης Χίλιος δεν ωραιοποιεί καταστάσεις. Αποδίδει πιστά τις μικροκοινωνίες, σμιλεύει τους χαρακτήρες με υλικό την αλήθεια, απέναντι στους ήρωές του στέκεται με σεβασμό. Το μυθιστόρημα απαθανατίζει την ελληνική επαρχία σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο, γεμάτη πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις.Το τραίνο περνά σφυρίζοντας, σηματοδοτεί το χρόνο, μετρά τη ζωή που κυλά και χάνεται… Αγκομαχά η παλιά μηχανή, τα σκονισμένα βαγόνια χάνονται πέρα στο βάθος του ορίζοντα, πάντα σφυρίζοντας…»Π.Σ., «ΑΝΤΙ» (29 Νοεμβρίου 2002, τεύχος 776)«Το Fresco της δεκαετίας του ’60 με τον νοσταλγικό τίτλο Με το σφύριγμα του τραίνου, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Δημήτρη Χίλιου. H ελληνική επαρχία χρησιμοποιείται ως το άλλοθι για να περιγραφούν οι έρωτες σε περιορισμένες συνθήκες, οι πολιτικές συζητήσεις που φουντώνουν στα καφενεία, το ραδιόφωνο που μεταδίδει δακρύβρεχτες ιστορίες. «Φιγούρες αναγνωρίσιμες, αδύναμες, πανούργες, ερωτεύσιμες, έρμαια της μοίρας…Και ασφαλώς μέσα στην αχλύ του παρελθόντος έρχονται οι ανακαλύψεις της τεχνολογίας να ανατρέψουν τα δεδομένα. Η ίδια περίοδος, στον αστικό ιστό όμως, είναι καταγεγραμμένη από τον Γιάννη Ξανθούλη και τη Σώτη Τρανταφύλλου. Ο Χίλιος έρχεται να προσθέσει εικόνες της υπαίθρου, εκεί όπου όλα μοιάζουν λίγο πιο συντηρητικά, πιο αργοκίνητα, ωσάν τα πάντα να μετακινούνται σε ράγες. Ο ίδιος λέει ότι γράφει για να διαβάσουν τις ιστορίες κατ’ αρχήν οι φίλοι του. «Ήξερα τόσες ιστορίες, γνώρισα χαρακτήρες άξιους μελέτης κι είδα εικόνες μαγικές, όλο ζωντάνια και δυνατά χρώματα. Στη ζωγραφική το χέρι μου δεν έπιανε, έτσι κάθισα να τα γράψω. Οκτώ χρόνια επεξεργασίας, ένα γράψε-σβήσε ατελείωτο». Ο Δημήτρης Χίλιος, παρ’ ότι όπως λέει, δεν έχει σχέση με τη ζωγραφική, εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη».Λώρη Κέζα, «ΤΟ ΒΗΜΑ» (Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2001)«Tο μυθιστόρημα του Δημήτρη Χίλιου "Με το σφύριγμα του τραίνου" μας μεταφέρει με χιούμορ, αιχμηρή παρατήρηση χαρακτήρων και πλούσια γλώσσα στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’60».Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «ΤΟ ΒΗΜΑ» (Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2002)«Το "Με το σφύριγμα του τραίνου", εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ, είναι ένα μυθιστόρημα-ποταμός, μια ανατομία της ελληνικής επαρχίας στη δεκαετία του ’60 και συγχρόνως μια πηγή πληροφοριών σχετικά με την παράδοση…»«ΝΟΥΜΑΣ» (Μάϊος 2002, τεύχος 83)ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΛΙΟΣ – «ΧΑΡΤΙΝΑ ΦΙΛΙΑ».«Δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα που εμφανίστηκε στην πεζογραφία το 1995 με τη συλλογή διηγημάτων «Το συγκέσιο». Ολόκληρο το βιβλίο του είναι μια κατάδυση στον ψυχισμό της ηρωίδας του, μιας ηθοποιού ελαφρού ρεπερτορίου, η οποία, γεμάτη όνειρα, φιλοδοξίες αλλά και ανασφάλειες, λαχταρά ν' ανοίξει τα φτερά της. Ασφυκτιά στην προοπτική μιας ζωής «στερημένης ποιήσεως», απεχθάνεται το ρεαλισμό και αναζητά τη μαγεία. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Με το σφύριγμα του τραίνου» κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις «Πατάκης», σελ. 424, ευρώ 19,90. Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», «Βιβλιοθήκη», Νίκος Ντόκας και Βασίλης Καλαμάρας, 17/3/1006.~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Κάντε κλίκ στον παρακάτω σύνδεσμο, και διαβάστε μερικά απο τα κείμενα του Δημήτρη Χίλιου~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~- Ιστορίες κάτω απο το έλατοhttp://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_5.html- Τα Κάλαντα και η ιστορία τους μέσα από τα βάθη των αιώνων http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_4.html- Το Καρναβάλι στην Αθήνα του 1890 http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_8.html- Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε... http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_11.html- Η Μεγαλοβδομαδιάτικη Υμνογραφία http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_9.html- Πάσχα των Ελλήνων http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_10.html- Έκθεση γλυπτικής Γιαννούλη Χαλεπά http://www.matia.gr/7/71/7106/7106_4_06.html- Η Ηλιόκαλλη μορφή της Παρθένου στη λογοτεχνία http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_14.html- Κώστας Καρυωτάκης - Ένας νεοελληνικός μύθος http://www.matia.gr/7/73/7301/7301_1_17.html- Του Αγίου Βαλεντίνου και όποιος αντέξει http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_17.html-Τα Μουσεία της Πελοποννήσου http://www.matia.gr/7/76/76_1_16.html- Παραδοσιακοί οικισμοί στην Πελοπόννησο http://www.matia.gr/1/peloponnisos/002.html- Σαντορίνη http://www.matia.gr/1/aigaio/208.html- Νησιά του Αργοσαρωνικού http://www.matia.gr/1/argosaronikos/index.html- Αίγινα http://www.matia.gr/1/argosaronikos/501.html- Πόρος http://www.matia.gr/1/argosaronikos/502.html- Σπέτσες http://www.matia.gr/1/argosaronikos/503.html- Ύδρα http://www.matia.gr/1/argosaronikos/504.html- Φράγκικα κάστρα και μεσαιωνικά κτίσματα στην Πελοπόννησοhttp://www.matia.gr/7/76/76_1_17.html- Γιορτές αγλύκαντεςhttp://www.matia.gr/library/ebook_20/index.html- Και τα ρέστα, παγωτάhttp://www.matia.gr/7/78/7803/7803_1_19.html- Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε... 2009http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_2_01.html- Τώρα το Μάη το δροσό, τώρα το καλοκαίρι...http://www.matia.gr/7/78/7803/7803_2_02.~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Μια γλυκιά συνταγή εμπνευσμένη απο την ίδιο~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~-


Κουραμπιέδες του Πάσχα,http://www.matia.gr/2/214/index.html#8*********************************************Χάρτινα φιλιά(απόσπασμα) Το Μυθιστόρημα «Χάρτινα Φιλιά» είναι μια περιπλάνηση στα μονοπάτια του ψυχισμού της γυναίκας -όσων τέλος πάντων εκείνη επι-τρέπει τη διαρροή- και μαζί μια ζωγραφιά σε κιάρο-σκούρο της ανθρώ-πινης μοναξιάς και της ανασφάλειας. To κείμενο που ακολουθεί είναι μικρό απόσπασμα.Hθοποιός του ελαφρού ρεπερτορίου, δήλωνε· γιατί τραγωδία δεν είχε παίξει και το έφερε βαρέως. Αυτό στην αρχή της καριέρας της. Αργότερα, μόλις ένας θεατρόφιλος επιχειρηματίας Λαρίσης την πήγε ταξιδάκι ανα-ψυχής μέχρι την Αθήνα κι είδε στο Βασιλικό Θέατρο την Άννα Συνοδινού ως Δυσδαιμόνα, εκεί ταράχτηκε η τάξη του κόσμου μέσα της, ντράπηκε για όσα έκανε μέχρι τότε. Και δεν είχε δει ακόμη την Παξινού.Επιστρέφοντας απείλησε τον θιασάρχη με αποχώρηση από το σχήμα αν δεν ανέβαζε Οθέλλο. Τί να έκανε ο καημένος, Καπρίτσιο είναι, θα της περάσει, της παλιοπουτάνας, σκέφτηκε –ήταν η βεντέτα του θιάσου– και υπέκυψε στήνοντας μια παράσταση πολυέξοδη γιατί αναγκάστηκε να φέ-ρει σκηνοθέτη και επιπλέον ηθοποιούς. Με ένα κωμειδύλιο στο δεύτερο μέρος, να μη χάσει τους τακτικούς του, περιόδευσαν τη Θεσσαλία χωριό-χωριό, ύστερα βόρεια Εύβοια και Σποράδες. Από τότε πήρε αμπάριζα και έπαιξε τους σπουδαίους ρόλους, έκοψε το Του ελαφρού ρεπερτορίου και δήλωνε σκέτα ηθοποιός.Τού σκοινιού και του παλουκιού, συμπλήρωνε ο ταγματάρχης του Επιτελείου που χειριζόταν το θέμα της αδείας γάμου, κάθε που ολοκλήρωνε την ανάγνωση της νεώτερης παρακλητικής επιστολής του Σεβασμιωτάτου.Όσο η Νέλλη Χάρμα καταξιωνόταν ως βασικός συντελεστής επιτυχίας, έπαιρνε κατιτίς, δεν δούλευε πια για το ξεροκόμματο. Τώρα είχε οικονο-μικές αξιώσεις και λόγο στις επιλογές του θιάσου, στην πλάτη της στηριζό-ταν κατά μεγάλο μέρος η επιτυχία κάθε παραστάσεως.Οι μικροθεατρώνηδες της υπαίθρου αξίωναν τη συμμετοχή της πριν παραχωρήσουν την αίθουσα, τ’ όνομά της θεωρούνταν εκ των προτέρων εγγύηση επιτυχίας. Κάποιοι από δαύτους είχαν κι άποψη για το ρόλο, την προτιμούσαν πότε Γκόλφω, πότε Στέλλα Βιολάντη, και πώς να τους χαλά-σει χατίρι!Κάθε της ερμηνεία ένα γεγονός. Κι οι τοπικές εφημερίδες δεν παρέ-λειπαν ένα μονοστηλάκι πολύ εγκωμιαστικό πλάΐ στη ρεκλάμα Πωλούνται αγροτεμάχια εις τιμάς συγκαταβατικάς. Αν παρευρίσκονταν επίσημοι στην πρεμιέρα αφιέρωναν δίστηλο, πότε-πότε και μια φωτογραφία, πάντα είχε στην τσάντα για τις ανάγκες των θαυμαστών, ας την περιγελούσαν οι άλ-λες.Τις νύχτες τώρα ονειρεύονταν ανενόχλητα, όσα στερήθηκε παιδί. Ένα δωμάτιο όλο χρώματα, μπαλόνια και κούκλες, μια ζεστή αγκαλιά κι ένα χαμόγελο γλυκό. Για κείνη.Όμως μαζί με τις μικρές ανέσεις, έφτασε κι η στιγμή της αναγνώρισης. ΄Επαιρνε τώρα πια τους σπουδαίους ρόλους, πόθος κρυφός κάθε θεατρί-νας. Τούτο ήταν που την ανέβαζε στους εφτά ουρανούς. Αφού πέρασε από σαράντα κύματα κι άλλες τόσες αγκαλιές, προβιβάστηκε σε πρωταγωνί-στρια, μικρότερη απ’ όσο συνηθιζόταν στους αθηναϊκούς θιάσους για τα εξαιρετικά ταλέντα, και συγχρόνως σε επίσημη ερωμένη του παραγωγού και θιασάρχη.Σε σύντομα ταξίδια στην Αθήνα έβλεπε μεγάλες παραστάσεις και κάθε καινούργια ταινία. Ρούφαγε λαίμαργα το στήσιμο του ηθοποιού, τον τρόπο σερβιρίσματος κάθε φράσης, μελετούσε τις ανάσες, τη δύναμη του βλέμ-ματος, ξεσήκωνε τα εκφραστικά μέσα των μεγάλων θεατρίνων που τους εί-χε ως πρότυπα, γινόταν όλο και καλύτερη.Τον πρώτο καιρό λάτρεψε τις ντίβες των ιταλικών μελό, μα ξέφυγε σε υπερβολές. Όμως, απόλυτα ελεγχόμενη, το διόρθωσε κι έδινε πια το συ-ναίσθημα με μέτρο και σε δόσεις καλοζυγισμένες. Αυτό της ζήλευαν οι άλλες που ακόμα κι αν έπαιρναν αβανταδόρικα νούμερα δεν κατάφερναν να τα αξιοποιήσουν, ξεφεύγοντας σε κάτι υστερικά σκουξίματα πού, όσο στήθος-μπούτι κι αν έδειχναν, προκαλούσαν τα ειρωνικά σχόλια του κοι-νού, συχνά και την πρόγκα.Η αλλαγή στο παίξιμό της ολοφάνερη από τη μια μέρα στην άλλη, τώ-ρα πια δεν είχε πρότυπο τη Ροσάνα Ποντεστά. Έφτανε ν’ ανοίξει η αυλαία μετά το τρίτο κουδούνισμα κι αμέσως η σκέψη πως τόσα μάτια την παρα-κολουθούν, την ταξίδευε μακριά. Μια βάρκα γινόταν με λευκό πανί που πότε αρμένιζε στις μπουνάτσες και πότε θαλασσοδέρνονταν σε κύματα αφρισμένα. Κι έφτανε ένα τόσο δα βηματάκι από το μισόφωτο της κουΐ-ντας μέχρι τον παραμυθένιο κόσμο της σκηνής, για να μεταμορφωθεί σε πλάσμα αιθέριο, ονειρικό, συχνά παλλόμενο από πάθος· αυτό ήταν που εξήπτε τη φαντασία των θεατών.Η Nέλλη Χάρμα πάνω στη σκηνή ταυτιζόταν με το ρόλο απόλυτα.Τη μια μεταμορφωνόταν σε γυναίκα σκληρή σαν το γρανίτη, την άλλη γινόταν λεπτή σαν το μίσχο του γιασεμιού. Κάθε φράση ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών πριν την ξεστομίσει. Κάθε λέξη, κάθε φθόγγος τη δονούσε ολόκληρη, τη συνέπαιρνε.Τα μεσάνυχτα που απολαμβάνει το τελευταίο τσιγάρο της μέρας στο μπαλκονάκι της κάμαράς της με συντροφιά το τριζόνι, μονολογεί αλλο-παρμένα. Κρίμα! Ο συμπρωταγωνιστής απεδείχθη κατώτερος των περιστάσεων!Ύστερα καταγίνεται με το να μελετά τ’ αστέρια, να τα καταμετρά και να τα ονοματίζει, κάθε που στήνει μια πρόχειρη παράσταση στο στενό μπαλκόνι, σύντομα μονόπρακτα, μα στο φεγγάρι δίνει πάντα ρόλους βασιλικούς. Τότε συνωστίζονται στο μυαλό και το στόμα της σελίδες ολόκληρες ρόλων θεατρικών, κατεβατά που ξεφουρνίζει ανακατεμένα.Η ίδια σκηνή σχεδόν κάθε βράδυ.Βγαίνει στο μπαλκόνι και ταξιδεύει σε κόσμους δικούς της μακρινούς και μαγικούς. Κόσμους του ονείρου. Το τριζόνι της νύχτας απαντά στους μονολόγους, δεύτερη φωνή στο τραγούδι της, η Βουλγάρα πίσω απ’ τις κουρτίνες, αθόρυβη, εκτός από αμπιγιέζ γίνεται τώρα τεχνικός αυλαίας. Το πρωΐ θα υποδεχτεί την κυρά της στην κουζίνα με το ίδιο βουβό παρά-πονο στο μάτι.Όμως η Νέλλη Χάρμα παραμερίζει κάθε σκέψη άχαρη. Απόψε θέλει να ζήσει τη δική της εκδοχή, εκείνη που οριοθετεί μόλις σκαρώνει το σενάριο της βιογραφίας της απ’ την αρχή.Μια ατέλειωτη τοιχογραφία σε κιαρο-σκούρο, σύνθεση πολυπρόσωπη, δαιδαλώδης και σκοτεινή, με χρώμα ελάχιστο και πολλές ρωγμές· η διαδρομή της. Η μνήμη της πληγή που κάθε τόσο καινούργιες εκδορές την ματώνουν. Εικόνες σπαράγματα, απωθημένες επιμελώς σε ντουλάπια σφραγισμένα. Ένα κίτρινο καναρίνι, πανέμορφο, στην ανοιχτή πόρτα του κλουβιού που άλλο δεν πόθησε παρά να δώσει μια και να πετάξει μακριά· ένα ταξίδι στο ανέφικτο.Η νύχτα, ασάλευτη, απορυθμίζει το χρόνο, αφήνει μυστήριες και μαγικές δυνάμεις να διαχέονται, να διευκολύνουν όνειρα και πόθους κρυφούς. Πάντα τη νύχτα το κορμί της δονείται από μιάν αλλόκοτη ενέργεια, έναν μαγνητισμό ανεξήγητο.Μόλις πέφτει το βράδυ, τ’ αστέρια λαμπυρίζουν στο στερέωμα. Το ρολόϊ του καμπαναριού σημαίνει αργά τις ώρες, οι τοίχοι στενεύουν, το ταβάνι του σαλονιού χαμηλώνει, χαμηλώνει, κι η Νέλλη Χάρμα πνίγεται. Τότε αστράφτει αλλόκοτα το μάτι της στο φως του αμπαζούρ, πετάει από πάνω της τη ρόμπα του σπιτιού, μένει με το δαντελλένιο κομπιναιζόν και πια ξαναγεννιέται. Ένας ηλεκτρισμός περίεργος πλανάται στο σαλόνι και κείνη σφραγίζει τα μάτια, να φορτίσει τις μπαταρίες.Κεραυνοί διασχίζουν το σκοτάδι της σκηνής πριν ανοίξει η αυλαία κι ανάψουν προβολείς πολύχρωμοι. Κλείνει τα μάτια ν’ ακούσει τη σιωπή. Ανασαίνει βαθειά, με το διάφραγμα, τα πόδια της μακραίνουν, τα χέρια, ο λαιμός, κι ο ουρανός σαν να χαμήλωσε· η Πούλια εκεί αριστερά χαμήλωσε κι αυτή, ο προβολέας τη σημαδεύει κατάστηθα.Μια ανάσα μετά, ντυμένη το κοστούμι της μάγισσας, βγαίνει στο φεγγαρόφωτο και με το χρυσό ραβδί, αγέρωχη, σημαδεύει τ’ αστέρια. Τότε στήνει γύρω της τον κόσμο του Βυσσινόκηπου.Σπαρακτικές ατάκες της Λιούμποβα εκσφενδονίζονται προς τον απέναντι βουβό τοίχο, πάλλεται ολόκληρη στις μεταπτώσεις της ηρωΐδας έτσι καθώς μιλάει για κείνον που αγάπησε, για τον εαυτό της, για τον βυσσινόκηπο που μεγάλωσε. Κι ύστερα τα μπερδεύει με τα λόγια της Άλμα από το Καλοκαίρι και καταχνιά, μα συχνά ανατρέπει την ιστορία. Αντιστρέφει γένη και ρόλους. Θέλει πάντα εκείνη να απορρίπτει τον άντρα που σέρνεται στα πόδια της, ιδρώνει έτσι καθώς ψάχνει να διαμορφώσει το κείμενο στα μέτρα της.Σε κάθε λόγο συσπάται το κορμί της, ο ιδρώτας κυλάει ποτάμι, μουσκεύει το μακρύ φόρεμα από μουσελίνα. Ώσπου πετάγεται η Βουλγάρα αμπιγιέζ και την σπρώχνει απαλά στο δωμάτιο. Την τρίβει γλυκά στα παγωμένα μπράτσα όλο φροντίδα, αφήνει στο κομοδίνο ένα ποτήρι νερό για το χάπι του ύπνου, την παραφυλάει μέχρι να ξαπλώσει, να σκεπαστεί καλά, και τότε πια, δασκαλεμένη από το ένστικτό της, κλείνει αργά-αργά τις βαριές κουρτίνες της μπαλκονόπορτας…

**Ο Jaime σας προσκαλεί στην εκδήλωση "YASU + “Vilentoni” The Mentalist" την Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου στις 10:00 μ.μ. Εκδήλωση: YASU + “Vilentoni” The Mentalist"ΜΥΓΑ club-Live Music and Mental show"'Ωρα Έναρξης: Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου στις 10:00 μ.μ. Ώρα Λήξης: Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου στις 5:00 π.μ. Τοποθεσία: Ψυρρή Για περισσότερες πληροφορίες και απαντητική επιστολή (RSVP), ακολουθείστε τον παρακάτω σύνδεσμο:http://www.facebook.com/n/?event.php&eid=324294256696&mid=1e4e70fG3dd6e022G10c44e5G7 Ευχαριστώ,Η Ομάδα του Facebook

**Ο Savvidis σας προσκαλεί στην εκδήλωση "ΣΤΑΘΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ΣΤΟ ΑΚΡΙΤΑΣ PALACE Live Σαββατο 27 Φεβρουαριου" την Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου στις 11:00 μ.μ. Savvidis says, " ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 27 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΙΑ ΜΙΝΙ ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΚΑΘΑΡΑ ΣΕΖΟΝ ,ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΑΤΜΑΝΖΙΔΗ.ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΟΥΤΑΚΙΔΗΣ.ΣΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΩΡΑ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΟΥΚΛΕΡ.". Εκδήλωση: ΣΤΑΘΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ΣΤΟ ΑΚΡΙΤΑΣ PALACE Live Σαββατο 27 ΦεβρουαριουΤύπος: Συναυλία'Ωρα Έναρξης: Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου στις 11:00 μ.μ. Ώρα Λήξης: Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου στις 6:00 π.μ. Τοποθεσία: ΠΑΤΡΙΔΑ ΒΕΡΟΙΑΣ Για περισσότερες πληροφορίες και απαντητική επιστολή (RSVP), ακολουθείστε τον παρακάτω σύνδεσμο:http://www.facebook.com/n/?event.php&eid=318665373048&mid=1e4d9b8G56358b7cG189b807G7&bcode=-ftzb Ευχαριστώ,Η Ομάδα του Facebook

**
** http://dimmetoparfara.blogspot.com/2010/02/ston-erxomo-toy-agiou-pasxa.html , Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010
STON ERXOMO TOY AGIOU PASXA
Στον ερχομό του ΠΑΣΧΑ ΤΟ έτος 2010 snsarfara ,blogspot.com ,


** http://www.youtube.com/watch?v=HPxcPcPGDdc ,

Schnappi με στίχους :